Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

"Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ" Αλέξης Αντωνόπουλος








Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Υπάρχει πολύ οργή και πόνος αυτή την εποχή στη χώρα μας. Και πιστεύω πως αυτή η οργή και ο πόνος δεν πρέπει να μας καθορίζουν κοινωνικά και πολιτικά. Πολλοί μιλάνε για βίαιη επανάσταση αλλά εγώ φοβάμαι αυτές τις επαναστάσεις· φοβάμαι τι μπορεί να γίνει στο όνομα τους και, ακόμα περισσότερο, φοβάμαι αυτό που έρχεται μετά και τι είναι αυτό που του δίνει το δικαίωμα να αναδυθεί από την απελπισία μας.

Ένα κοινό λάθος, απολύτως δικαιολογημένο κατά τη γνώμη μου, είναι η πεποίθηση πως ο σιωπηλός παρατηρητής των άσχημων εξελίξεων είναι αναίσθητος- πως η σιωπή του πηγάζει από την αδιαφορία του για τους συνανθρώπους του, την παρακμή της κοινωνίας και τη διάλυση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Παρόλο που, αδιαμφισβήτητα υπάρχουν πολλά παραδείγματα που ταιριάζουν στην παραπάνω περιγραφή, η αλήθεια είναι πως, πολλές φορές, η σιωπή οφείλεται στο απλό γεγονός πως ο παρατηρητής δεν έχει πια λόγια, ή τουλάχιστον δεν έχει λόγια όμορφα, ή τουλάχιστον δεν έχει λόγια ορθά. Και αφού δεν έχει λόγια, δεν ξέρει και πώς να πράξει, αφού πράξη δίχως λόγο τον φοβίζει όσο μια επανάσταση δίχως μέλλον.

Έχοντας πιάσει το θέμα του λόγου, θέλω να εξομολογηθώ για ακόμη μια φορά πως αισθάνομαι ότι ο κόσμος του λόγου (δοκίμια, ποίηση, διηγήματα, μυθιστορήματα, δημοσιογραφία όταν ασκείται με σοβαρότητα, κτλ.) αποτυγχάνει να εισχωρήσει ενεργά στο τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στη χώρα μας. Όμορφες ιδέες τυπώνονται στο χαρτί ή αναρτώνται σ’ ένα ηλεκτρονικό περιοδικό, αλλά ανεξαρτήτως του αν οι ιδέες αυτές επικροτηθούν ή αξίζουν, σπάνια θα μπουν στην αρένα του πλησίον μας, του οποίου το νόημα της ζωής ακρωτηριάζεται καθημερινά. Ο ποιητής φωνάζει για τον παθόντα, ο δε παθών ακούει σιωπή.

Αν τυχόν συνοδοιπόροι παρεξηγηθούν με τα παραπάνω λόγια, ας λάβουν υπόψιν πως οι σκέψεις αυτές δεν αποτελούν επίθεση αλλά γενική διαπίστωση. Αν αυτό δεν είναι αρκετό για να με συγχωρέσουν, ας αναλογιστούν το νεαρό της ηλικίας μου, τούτο το αδιαμφισβήτητο γεγονός το οποίο (το παραδέχομαι) μπορεί να με θολώνει στο συγκεκριμένο θέμα και να με εμποδίζει να δω σημερινά παραδείγματα τα οποία με αποδεικνύουν λάθος. Τέλος, αν το θράσος μου υποσκιάζει και τις δύο προαναφερθέντες υπερασπίσεις, τότε δεν μου μένει παρά η τρίτη και η πιο ουσιαστική: Τα παραπάνω λόγια αποτελούν, πάνω απ’ όλα και πριν απ’ όλα, αυτοκριτική.

Πιστεύω πως ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη ν’ αλλάξει ζωές. Το πιστεύω όχι επειδή γράφω, αλλά επειδή διαβάζω. Παραδέχομαι πως μπορεί να το πιστεύω ως μέρος μιας αξιολύπητης προσπάθειας να βρω νόημα στη ζωή, ή έστω να δημιουργήσω το δικό μου νόημα αν δεν υπάρχει. Όμως όπως και να χει, αυτό πιστεύω, και όσο μελοδραματικό κι αν ακούγεται, τούτη η πεποίθηση ορίζει, πλέον, την ταυτότητα μου.

Αισθάνομαι, λοιπόν, άχρηστος. Αισθάνομαι πως μπορείς να γράψεις κάτι, να το τυπώσεις, να το δημοσιεύσεις, να το στείλεις, να το απαγγείλεις, και όλα αυτά είναι πολύ όμορφα και σημαντικά αλλά αμφιβάλλω για το αν αρκούν. Αισθάνομαι πως πρέπει να προσθέσουμε έναν νέο τρόπο στις μεθόδους με τις οποίες προωθούμε την Τέχνη μας, έναν τρόπο με τον οποίον θα κάνουμε τις λέξεις μας σχετικές και γι’ αυτόν που δεν θα μπει καν στο βιβλιοπωλείο αφού έχει παραιτηθεί από μεγαλεπίβολες ιδέες.

Εδώ θα ήταν μια καλή στιγμή να μοιραστώ την ιδέα μου για έναν καινούργιο τρόπο, όμως δεν έχω καμία ιδέα για έναν καινούργιο τρόπο. Το οποίο φοβάμαι πως επιβεβαιώνει την πρώτη πρόταση της προηγούμενης παραγράφου.

Καληνύχτα και συγνώμη για το φλύαρο παράπονο. Έχω θάλασσα απέναντι μου και η θάλασσα πάντα με κάνει να σκέφτομαι.


Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε το βράδυ της 16ης Αυγούστου 2013.

Αλέξης Αντωνόπουλος

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

"ΚΗΔΕΙΑ ΕΠΙΦΑΝΟΥΣ" Γιάννης Καρτέρης




ΚΗΔΕΙΑ ΕΠΙΦΑΝΟΥΣ
 

Ήταν όλοι εκεί
Να τον τιμήσουν
Όμορφα λόγια για να πουν
Τώρα που ανυπεράσπιστος νεκρός
Δεν άκουγε κανέναν.
Ήταν όλοι εκεί
Φίλοι γνωστοί εχθροί
Και άγνωστοι περίεργοι
Και βαθμοφόροι και ιερείς,
'Εντιμοι επιχειρηματίες και οικοπεδοφάγοι
Και άλλοι που προσφάτως ανακάλυψαν
Την προσφορά του εκλιπόντος.
Ήταν όλοι εκεί , με τις επίσημες στολές ,
Τα πένθιμα κουστούμια
Και τα μαύρα τα γυαλιά στα
Αρπακτικά τους μάτια.
Δεν ήξερες αν έκλαιγαν ή αν γελούσαν.
Εκεί και ο πόνος των δικών του
Που υπέφεραν στην αδικία του θανάτου.
Εκεί και αυτοί που σε όλες τις κηδείες παρευρίσκονται
Δημοσιογράφοι συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι
Από την ίδια πάστα καμωμένοι ,
Έτοιμοι να σκυλεύσουν την μνήμη του.
Εξ άλλου όλοι έχουν μερίδιο από δημόσιο κουφάρι.
Ήταν και η μπάντα εκεί , που παιάνιζε γοερές εξαπατήσεις
Η ίδια μπάντα που απέδιδε τιμές στους ξυλένιους ταϊφάδες των παρελάσεων
Ήταν όλοι εκεί , όμως δεν ήξερες
Ποιος ήταν εκεί για αυτόν ή για τους άλλους
Κοίταζες με αμηχανία το σιωπηλό φθαρτό κι αναρωτιόσουν
Τι νόημα έχουν όλα αυτά μετά το τέλος...
Γιάννης Καρτέρης