Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

"Ο χορός της αράχνης (ένα γρουσούζικο 33)" Ευριπίδης Δρατσέλος






Ο χορός της αράχνης (ένα γρουσούζικο 33)

                         Αμοιβαία ματιά που διασταυρώθηκε με βοήθεια από κάποιο σκούντηγμα,από κάποια αποφράδα,τελευταία καλο-ακονισμένη φωτοσυρμή
                        Η μορφή σου δυσοίωνα σκιερή,με την πλάτη ευθυγραμμισμένη τέλεια κόντρα στον ήλιο που με τύφλωνε, χτυπώντας με κατάφατσα
                        Να μη σκέφτομαι,να μη διακρίνω,την κίνησή σου,τη τόσο ντελικάτη στην αποφασηστικότητα της,υπόσχετική απόρροια πραγματικής απειλής
                        Που ένα-ένα ξεκρέμαγε και τα 9 σου πέπλα καθώς το πλησίασμά σου μου
έσβηνε το πρόσωπο
                        Με το 1ρώτο μου έδεσες τα μάτια 'σφαλιστά,προμελετημένα,για να αναρριγήσω ολόκληρος,ίνα προς ίνα από της αφή σου το σύγκρυο
                        Το 2εύτερο ήταν ο στερνός ήχος που με το σύριγμα του απομώνοσε την ακοή μου και σιγά-σιγά κώφευσε τη σκέψη μου
                        Κανένα σημείο εξόδου,καμιά αίσθηση πως το ρολόι θα δείξει 5 το απόγευμα,εκτός από ίσως απ'του κινδύνου
                        Γι'αυτό το 3ρίτο τυλίχτηκε στα πόδια μου,καλού-κακού μη το βήμα μου γυρίσω
για να φύγω
                        Ενόσω το 4έταρτο κατέβαινε σερνάμενο από το κεφάλι στο στήθος μου για να ηρεμήσει τον πανικό του παλμού
                        Με σίγουρη κίνηση,απόλυτα συντονισμένη αντίδραση στο τρέμουλο του χεριού μου που χαιδευτικά με την ανάστροφη σε ψηλάφιζε
                        Απαλά`από το μάγουλο ροηκά στο λαιμό σου,σαν αναποδωγυρισμένο μπουμπούκι που προσμένει να ανοίξει ίσια, αγκαλιάζοντας τον ώμο σου,απλώνοντας και τα πέντε του πέταλα
                       Μα αυτό αποσπούσε  κάπως το σκοπό σου κι έτσι με το 5έμπτο πέπλο μου έδεσες τα χέρια,ενώ το 6έκτο στριφογύρισε και μ'έσφιξε μπρος σου
                      Τα κορμιά μας πια αλληλένδετα,παραδωμένα σ'ενιαίο περίγραμμα που μαρτυρούσε μια μοιραία,μια προσχεδιασμένη συνάντηση χωρίς αποφυγή
                      Κάτι το καθορισμένο,τόσο συγκεκριμένο,ένα πάντα ταιριαστικό contrast-χαμελαίων, ολόιδια σύνομο από την αρμονία του λευκού στο γαλάζιο από πάνω μας
                     Η στη σύζευξη του μαύρου με το πορτοκαλί,σαν η ώρα μας προσπερνούσε,εγκλωβισμένοι στην απουσία  του χώρου και του χρόνου,είμαστε πάντα μαζί τα ίδια κομμάτια
                     Που είτε μένουν ακίνητα είτε ξεδιπλώνουν, για να συνέχουν ξανά και ξανά αλληλοσυμπληρόνωντας κι αυτά στο πιο καλοκαμωμένο σχέδιο tangram
                     Σε μηχανικά αέναο ρυθμό,αδιάκοπτα,ανενόχλητα από τη φθοροποιό τροπή των πραγμάτων,πολύ πιο πέρα από τη φυσική παραδοχή,που αντιστέκεται με άρθρωση τρόμου στο παράδοξο σαρκικό παλίμψηστο
                    Έτσι το 7βδομο πέπλο σου στρυφογύρισε στη γλώσσα ,και φύμωσε το στόμα μου,βασανίζωντας μεσα γκαρούτα
                    Να μη μιλώ,να μη ρωτώ,να μην ανασαίνω ακόμα,και πάνω απ'όλα παραδωμένος ν'αφεθώ, στην εσωτερική υποξία
                    Μόνο να ξέρω και να αποδέχομαι,πως αδειάζεις από πάνω προς τα κάτω και τα 11 δοχεία της ύπαρξής μου
                    Μέσα σου,στραγγίζοντας από την κάθε αβεβαιότητα την κάθε ικμάδα,καταργώντας όποιο απόθεμα ενέργειας με όριζε ως αύρα,μονάδα και πλαίσιο
                    Το 8γδοο πάλι,στρώθηκε μαλακά κάτω από την πλάτη μου,ίσα για να επιπλέω,όπως η στεγνή επιφάνεια του νούφαρου στη λίμνη,μόνο που ήμουν ανάσκελα στο πάτωμα
                    Και ούτε το έβαλες από πρόνοια να μη γδαρθώ,αλλά από σπουδή να μη βουλιάξεις από πάνω κι εσύ μαζί μου, μες στα νερά του ξύλου,ήδη φουσκωμένα απ΄τον ιδρώτα
                   Να μην σ'αγγίξει καν η υποψία του αλατιού-τίποτα σ'αυτό τον κόσμο να μη μπορεί να σ'αποσπάσει από αυτό το  ανο-μολόγητο αφαιμακτικό σμίξιμο
                    Έτσι κι αλλιώς γνωρίζω πως μου προοιωνίζεις έναν άλλο πνυγμό,μια κυκλική χειρονομία γυναικείας ευχαρίστησης, μα και προσποιητής αβρότητας
                   Σ'ένα καλο-υφασμένο μανιώδες κρεσέντο,που οδηγεί σε  ένα θριαμβευτικό κέντημα,σε μια οριστικά τελική χορευτική φιγούρα,αισθάνωμαι-μάλλον από ένστικτο-το 9νατο πέπλο να σφίγγεται στο λαιμό μου
                   Κι αυτό που κάποτε μ'έτρωγε σαν ευσεβής πόθος,ήλπιζα-ω ναι πόσο ήλπιζα-κι ευχόμουν να συμβεί,κατέληξε σε κάτι, που τώρα θα παριστάνω πως δε το θυμάμαι ή "δεν έγινε"

Ευριπίδης Δρατσέλος
                     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου