Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

"Εποχές πολέμου" Νίκος Κυριακίδης




Εποχές πολέμου
Στα παιδιά της G.A.P.


Κράτησαν χρόνια οι μάχες.
Κάποιοι πρόλαβαν και βάσταξαν σημειώσεις
Ένα πουλί πρόλαβε και φίλησε τη μάνα σου.
Ανταλλάξαμε τα παιχνίδια μας
Ανταλλάξαμε τις φωνές μας
Στο τέλος τις γυναίκες μας.
-Από τη μια ήταν τόσο ανοιχτές,
φαίνονταν οι μπλε φλέβες, γίνονταν αόρατες
Έλεγες: '' μπορώ να τη θυμάμαι, χρόνια μετά''
Από την άλλη ήταν τόσο πολύ σκούρες,
Ο ήλιος έμπαινε συνέχεια μέσα τους, γίνονταν νύχτα
Έλεγες: ''θα ήθελα να με κοιμίζει, χρόνια μετά''.
Ένιωθα σαν σύννεφο
Τηλεφώνησες και είπες : ΄΄δεν το περίμενα έτσι''
Μια μικρή με άσπρο φουστανάκι ,
πέρασε από το καφενείο σοβαρή-σοβαρή :
''δεν είστε συμπαθητικοί'', είπε.

Νίκος Κυριακίδης

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

"Venceremos" Θανάσης Πορφυρός


 Venceremos

Ξαπλωμένος πάνω σε τέφρα ιστορίας
αναπολώ την ευφράδεια του χάους
Εγερμένος ως πανανθρώπινη εξέγερση
καταλήγω σε μια Παρισινή κομμούνα
εσωτερική
ανεπιτιδευτη
άηχη
δίκαιη
Εν τέλει νικημένη

Θανάσης Πορφυρός

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

"Επέκεινα" Γιώργος Κακαές


Επέκεινα

Έρωτας. Χωρίς. Ουσία. Συνουσία. Ένα.
Άγγιγμα. Κορμί. Ψυχή; Διαφυγή.
Γυμνός. Ιδρώτας. Χαρτί και πένα. Εσύ κι εμένα.
Καλλίπυγες νότες. Αλλότριες ρότες.
Φίλοι. Ευωχία. Αυθωρεί ευδαιμονία.
Μοναξιά. Αδόκητη. Σκέψη. Αφόρητη.
Νύχτα. Φεγγάρι. Αστέρι. Μακάρι.
Μάτια. Κλειστά. Όνειρα. Αχνά.
Ημέρα. Καινή. Πραγματικότητα. Κοινή.
Χέρια. Ανοιχτά. Μαζί. Αγκαλιά.

 Γιώργος Κακαές

Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

"Ο Θάνατος μιας Μητέρας" Αλέξης Αντωνόπουλος



Ο Θάνατος μιας Μητέρας



Πατάω το NO στο κινητό και τερματίζω την κλήση.
Μπαίνει στην κουζίνα˙ τα μάτια της, σαν δυο σταγόνες βροχής
με κοιτάζουν με απορία.
Με ρωτάει τι συνέβη.
Της απαντάω πως πέθανε.
Με ρωτάει ποιος πέθανε.
Της απαντάω, η μητέρα μου.
Με αγκαλιάζει. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Με φιλάει. Ξανά και ξανά.
Τα δάκρυά της κυλάνε στα μάτια μου.
Η αλήθεια της, μια ευλογία που με λυτρώνει. Η αλήθεια της, τέσσερις συλλαβές.
«Της άξιζε».

Ανεβαίνει πάνω μου. Μπαίνω μέσα της. Ιδρώνει. Με δαγκώνει στο λαιμό.
Τη σπρώχνω. Έρχομαι σ’ εκείνη. Βογκάει. Πιο δυνατά. Πιο δυνατά.
Με σπρώχνει. Γυρίζει την πλάτη. Τη γλείφω. Και μπαίνω.
Τη γραπώνω από τα μαλλιά. Τραβάω το κεφάλι της˙
δυσκολεύεται να πάρει ανάσα.
Της αρέσει έτσι. Κι εμένα μου αρέσει.
Πιάνω τη μέση, τη φέρνω στη δική μου.
Με όλη μου τη δύναμη.
Πάλι.
Πάλι.
Ουρλιάζει. Πιο δυνατά.
Πιο δυνατά.
Σηκώνω το κορμί της πάνω στο δικό μου, συνεχίζω.
Τελειώνει.
Οι δονήσεις περνάνε από κείνη σε μένα. Η γλώσσα μου μπαίνει στο στόμα της˙
τελειώνω.
Ξεκουράζει το κεφάλι της στο στήθος μου.
Δε χρειαζόμαστε άλλες λέξεις.

Εδώ, σε τούτο το άδειο, καινούργιο σπίτι,
ενώ το πτώμα της μητέρας μου είναι χωμένο σε κάποιο ψυγείο,
μία νέα ημέρα ξεκινά.



Απόσπασμα από το βιβλίο ΣΚΟΤΑΔΙ του Αλέξη Αντωνόπουλου. 
Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το Μάιο του 2013  από τις εκδόσεις Ars Poetica.


Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

ΟΙ ΜΑΗΔΕΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ - Γιάννης Καρτέρης



ΟΙ ΜΑΗΔΕΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ


Το ανήσυχο φθινόπωρο έστελνε οιωνούς
μα εγώ σιωπούσα μαζεύοντας τα κόκκινα φύλλα που έπεφταν
αναπολώντας την ευμάρεια.
Με βρήκε ο χειμώνας απροετοίμαστο
και οι βροχές γεννούσαν καταιγίδες.
Έψαχνα στις ρωγμές φωτός ικμάδες
συντηρημένες στη φορμόλη.
Περίμενα την άνοιξη ημιθανής
κάτω από άμφια παράτες και ανεργία.
Οι Μάηδες χαθήκανε και εγω συνέχιζα να σιωπώ.
Φύσαγαν άνεμοι σαθροί και έθαβα τον ήλιο
μέσα σε κιτρινισμένα σύννεφα.
Δεχόμουν τις σταυρώσεις χωρίς ανάσταση
κρατώντας μίσχους μαργαρίτας
με υπνωτισμένη υπομονή.
Ήταν και αυτή η γάτα της Πελαγίας
που έψαχνε επίμονα να γρατζουνίσει
τα τυφλωμένα μάτια μου.
"Είναι καιρός να αρχίσει να μετράει η άνοιξη" νιαούριζε
"είναι καιρός να εκραγεί η άνοιξη"
οποιαδήποτε πρώτη
οποιονδήποτε μήνα
με οποιονδήποτε τρόπο.

Γιάννης Καρτέρης

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

"Πολλές Πρωτομαγιές ή Μάλλον Μία"

Αλυσιδωτή αντίδραση με πρώτο κρίκο την ανθισμένη Πρωτομαγιά του Διονύσιου Σολωμού από την ''Τρελλή μάνα''.
Ο Νίκος Κυριακίδης ψάχνει να βρει τι είναι ''Πρωτομαγιά'' αγγίζοντας την τάξη που γιορτάζει τον εαυτό της. Η Πελαγία Μπότση φτάνει στη σημερινή Πρωτομαγιά,για να μιλήσει για τους ''συγγενείς'' της σ'ενεστώτα χρόνο.
Πολλές Πρωτομαγιές, ή μάλλον μια...



"ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ" 


- Διονύσιος Σολωμός

Αὔριο θὰ κόψουμε
Κάτι λουλούδια.
Αὐριο θὰ ψάλουμε
Κὰτι τραγούδια,
Εἰς τὴν πολύανθη
Πρωτομαγιά



- Νίκος Κυριακίδης

Όσοι αρνήθηκαν τον πατέρα και την μητέρα τους,
πράττοντας αλλιώτικα
Αυτοί που δεν πρόσεξαν την ασφάλεια των παιδιών τους,
ανεξαρτήτως εάν είχαν
Όσοι ξέρουν τη φλέβα που ενώνει τη σόλα με το πεζοδρόμιο,
χωρίς καμιά εξοχή να παρεμβάλλεται ακάλεστη
Αυτοί που δεν πίστεψαν πως υπάρχουν «ελάχιστοι» αδελφοί μας...
βλέποντας το Μέγιστο στα νύχια της οδύνης,
κολλημένο σαν βρώμα
Όσων τα γήπεδα της ηδονής ήταν κυρίως υπαίθρια
-με το μάτι να παραφυλάει στην τσίτα-
μη και μπει ο ευνούχος κανόνας
με τους υστερικούς του δολοφόνους
Τα παιδιά που παραμυθιάζονται -πιο πολύ- εκείνα τα δευτερόλεπτα,
πριν ξανακάνουν με λύσσα όσα ξορκίζουν
Όσοι όταν γερνούν
σιωπηλά αποσύρονται
και διώχνουνε με πείσμα
την πορνεία της αδράνειας
Όσοι λαθεύουν γιατί δεν ησυχάζουν
Όσοι μένουν άγνωστοι γιατί δεν ακκίζονται
Όσοι αγαπούν την ταχυπαλμία κι ας είναι η τελευταία
Αυτοί που θυμώνουν εύκολα
που ξεχνούν εύκολα
αλλά ξαναθυμώνουν οριστικά
Οι κακοί γείτονες
-από τότε που αυτοκτονήσαν οι αυλές-
που παραμυθιαστήκανε εκτός των εργατικών πολυκατοικιών,
με τα πρωινά ξυπνήματα, τις φωνές των ερώτων,
τις φωνές των «οικονομικών προβλημάτων»
Οι θαμώνες των προποτζίδικων
που μιλούν πολύ, ιδιαίτερα όταν δεν ξέρουν τίποτε
Οι αληθινοί αρχιεπίσκοποι των θρησκευόμενων:
Γριές κατσιασμένες και αγράμματες
που επέβαλαν τη φιλενάδα τους την Παναγία
στους μετα-ιουδαίους ινστρούχτορες,
που εννοούν, χωρίς φόβο κι εμετικό αυτοοίκτο, το
«Κουράστηκα,
πάω να βρω τον Πλάστη μου»

είναι «Πρωτομαγιά» 



- Πελαγία Μπότση

Θα πάω στη δουλειά με χώμα στα νύχια και λασπωμένα τα γόνατα.
Θα με βάλουν να κάτσω γονατιστή με τις γροθιές σφιγμένες πίσω από την πλάτη
για να μη φαίνομαι λερωμένη.
Αλλά εγώ ξέθαψα τον αδερφό μου και θα’ρθει να πει σε όλους ότι τον σκότωσαν πρωτομαγιά.