Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Η Ρώμη της ΡΩΜΗΣ (ΑΝΤΡΕΑ) Νίκος Κυριακίδης




Ένα ποίημα για το αγόρι με το ροζ παντελόνι, που το σκότωσε η ομοφοβία


 Η Ρώμη της ΡΩΜΗΣ (ΑΝΤΡΕΑ)
 

Δεν προλαβαίνω να παντρευτώ.
Γυρίζοντας κάθε βράδυ σπίτι να περνάω απ΄το πάρκο
Τις μέλισσες του μυαλού μου να βάζω στις κυψέλες
Να υπάρχει σαν τα ουρητήρια
μια πόρτα τρυφερότητας
μια πόρτα πόθου.
Διπολισμός, αυτό επιτρέπεται.
Να κάνω ένα παιδί αγόρι
Σαν μεγαλώσει να παθαίνω πανικό για τους συμμαθητές του
Μπορεί και τίποτε από αυτά......
Ίσως αρρωστήσω απ΄ την αρρώστεια της καταστολής
Να μου δώσουν στο νοσοκομείο έναν πρωκτό, δυο πέη κι ένα μυαλό
Κι εγω να τα κρύβω στην αριστερή τσέπη, δίπλα στα τσιγάρα,
καταταγμένος.
Δεν το γουστάρω σαν αστέρι
-πολύ γλυκερό-
προτιμάω να είναι στενό να μ΄ακουμπάει, να ερεθιζόμαστε μαζί.
Το χρώμα...ροζ-δεν το γουστάρω
Αλλά το γουστάρουν τ΄αγόρια, οι άντρες.
Τώρα θα με πάνε φυλακή
Μετά θα μου μιλήσουν για την ελευθερία, θα με πάνε σινεμά
Θα δούμε μίκυ μάους,
γουστάρω τον μαύρο Πητ.

Νίκος Κυριακίδης


Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

"Το Κουδούνι" Αλέξης Αντωνόπουλος




 


Το Κουδούνι


Διαλέγω την πολυκατοικία, τυχαία.
Διαλέγω τ’ όνομα, τυχαία.
Πατάω το κουδούνι.

‘‘Ποιος είναι;’’
Η χροιά του γέρικη, εξασθενημένη.
Έχω καλύψει την κάμερα με το χέρι μου.
‘‘Ποιος είναι;’’

Χτυπάω το κουδούνι.
‘‘Γιατί δεν μιλάς;’’
Χτυπάω το κουδούνι.
‘‘Ποιος είναι μωρέ;!’’

Έχει θυμώσει˙ τα φλέγματα τον εμποδίζουν να φωνάξει.
‘‘Βρε μαλακισμένο, άλλη δουλειά δεν έχεις;’’
Χτυπάω το κουδούνι.
‘‘Φύγε! Λάθος άνθρωπο βρήκες γι αυτά.’’
Χτυπάω το κουδούνι.
‘‘Φύγε είπα! Θα καλέσω την αστυνομία!’’
Έχει αρχίσει να φοβάται.

Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
‘‘Φύγε είπα φύγε άσε με μόνο
ούτε στο σπίτι μου δεν μπορώ
να μείνω μόνος
φύγετε
θέλω
να μείνω μόνος!’’
Προλαβαίνω ν’ ακούσω τους λυγμούς του
πριν αφήσει το κουμπί,
και το θυροτηλέφωνο σωπάσει.

Χτυπάω το κουδούνι.
Το κλάμα του επιστρέφει˙ είναι απελπισμένος.
‘‘Άκου…
Όποιος…
Όποια…
Κι αν είσαι…
Είμαι κουρασμένος.
Πεθαίνω.
Έχω καρκίνο.
Και πονάω.
Πονάω πολύ.
Οι κόρες μου
μ’ έχουν ξεχάσει
οι φίλοι μου
έχουν φύγει
κι είμαι εδώ
και περιμένω την ώρα μου να φτάσει.
Ξέρεις πως περνάει η κάθε μέρα;
Με χάπια, τόσα πολλά χάπια,
ενέσεις- δεν έχω να πληρώσω νοσοκόμα,
κι ένα πικάπ.
Το τελευταίο είναι η μόνη μου-
δεν μπορώ να βρω τη λέξη-
το κεφάλι μου έχει κουραστεί.
Βάζω εκεί τους δίσκους
που ακούγαμε με τη γυναίκα μου
και προσπαθώ να ονειρευτώ.
Κλείνω τα μάτια μου και προσπαθώ να ονειρευτώ.
Να την ονειρευτώ.
Μερικές φορές τα καταφέρνω.
Και τότε
τότε…’’
Τα δάκρυα του κρατάνε τη φωνή.

‘‘Γι αυτό παιδί μου
δεν έχει νόημα να παίζεις εδώ.
Ό,τι αστείο κι αν ψάχνεις
εδώ δεν θα το βρεις.
Καλό σου βράδυ.’’
 
Σιωπή.
Από το ηχείο
ξανά σιωπή.

Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.

Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.

Κι από τις βλαστήμιες του
τις κατάρες του
τις εκκλήσεις του να πεθάνει,
προσπαθώ.

Να νιώσω κάτι.


 Αλέξης Αντωνόπουλος


Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

"Απώλεια" Ναταλία Μπουλαφέντη





Απώλεια

Σαν μια φωλιά πουλιού
που το κέντρο της έχασε
και η θερμότητα έφυγε
και επικράτησε η σιωπή
σαν ένα τζάκι κατακκόκινο
που το χρώμα του έχασε
και η φωτιά του έσβησε
στο έλεος του νερού
σαν μια καρδιά ολοζώντανη
που ο παλμός της σταμάτησε
Έτσι είναι η απώλεια
των ανθρώπων
των συναισθημάτων
του σκοπού
του εαυτού σου.

Ναταλία Μπουλαφέντη