Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

"Aνέστιοι" Βάσω Καραμπέτσου

 
  
 Aνέστιοι

Όταν άνοιξε τα μάτια του, ήξερε ότι ήταν χαράματα και ο ήλιος δειλά θα ξεπρόβαλε σε λίγο. Δεν του ήταν εύκολο να συνηθίσει αυτό το πρωινό ξύπνημα από τις κόρνες των αυτοκινήτων. Ξαφνικά, έκοβαν βίαια εικόνες αχλής μέσα σε καταπράσινα λιβάδια, ζεστές αγκαλιές και παθιασμένα φιλιά, μεγάλα τραπέζια στρωμένα με κάθε λογής φαγητά που μεταφέρονταν αργά στο στομάχι του, ζαβολιές  μέσα στο σπίτι, στην άκρη του μονοπατιού, όπου πέρασε όλη του την παιδική ηλικία. Αυτό ήταν το κέντρο του, όταν ήταν παιδί, ένα κέντρο που έχασε για πάντα.
Συχνά σκεφτόταν εκείνη την ησυχία της εξοχής. Η πόλη τού τη θύμιζε συνεχώς, αλλά εκείνον δεν τον πείραζε και τόσο αυτή η αλλαγή στη ζωή του. Όταν έφυγαν από το χωριό σε δύσκολους καιρούς, όταν στη χώρα του χάθηκε κάθε έννοια οργάνωσης και ακμής, όταν κάθε σύστημα που θα έδειχνε το δίκιο, είτε πολιτικό είτε θρησκευτικό ή κατέρρευσε ή δεν υπήρξε ποτέ, ήθελε να παλέψει με θάρρος, ένα θάρρος που τον κρατούσε τόσο έντονα ζωντανό. Ένιωθε τότε απελπισμένος και οι απελπισμένοι θέλουν να στηριχτούν κάπου, οπουδήποτε. Η νέα αρχή στη διπλανή χώρα, δεν είχε σημασία πού, στην πόλη ή στην επαρχία ήταν για αυτόν η καινούρια εστία, το νέο όραμα. Ήταν εκεί και ζούσε αυτό το όραμα με δύναμη και αισιοδοξία.
Κοίταξε δίπλα του την Έρικα που κοιμόταν και έσφιγγε πάνω της το σκέπασμα. Ναι, είχε κρύο και εκείνο το βράδυ, όταν ξάπλωσαν, είχε ζεστάνει την καρδιά του μέσα της, είχε νιώσει βαθιά τη μυρωδιά της και είχε θυμηθεί ευτυχισμένες εποχές, όταν η Έρικα ήταν ξαπλωμένη δίπλα στο τζάκι του σπιτιού και μύριζαν τα ρούχα της αγριελιά και θυμάρι.
Σηκώθηκε αργά και ντύθηκε. Η δουλειά δεν μπορούσε να περιμένει και έπρεπε να φύγει έγκαιρα. Πήρε πρωινό βιαστικά και βγήκε…
Η κίνηση στους δρόμους είχε αρχίσει. Όπως κάθε πρωί, η Αθήνα ξυπνούσε και, όσο προχωρούσε η μέρα, τέντωνε τους δρόμους της για να χωρέσουν κι άλλοι άνθρωποι, κι άλλα αυτοκίνητα, κι άλλα φορτηγά, σα φόρεμα που τεντώνει τις ραφές του. Ήταν, όμως, μία πόλη που ζούσε κάθε στιγμή της δυνατά και αυτό τον γέμιζε χαρά. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, πρώτα οι πιο ηλικιωμένοι των οποίων τον ύπνο στοιχειώνουν φόβοι και τύψεις, μετά πιο ώριμοι μεσήλικες με γραβάτες και κουστούμια και κινητά που χτυπούν από το πρωί. Ακολουθούσαν βιαστικοί νέοι στραβοχτενισμένοι και ακόμα κοιμισμένοι, που αγχώνονται χωρίς να καταφέρνουν ποτέ να είναι στη δουλειά δύο ή τρία λεπτά νωρίτερα. Και οι γυναίκες, α… οι γυναίκες πάντα ίδιες, νευρικές, ανυπόμονες, υστερικές και τόσο όμορφες μέσα στον πανικό τους!
Και έπρεπε να τους εξυπηρετήσει όλους αυτούς. Να η δουλειά του. Να δίνει και να παίρνει, να τους βοηθά με αυτό το λίγο που τους πρόσφερε, να τους καταλαβαίνει, να χαμογελά συγκαταβατικά με τις γκριμάτσες και τις χειρονομίες τους, να είναι ο εαυτός του και να στέκεται απέναντί τους με περηφάνεια  για αυτό που είναι.
Οι ώρες περνούσαν και η ψύχρα του χειμώνα όλο και μεγάλωνε. Όμως, ήταν Ελλάδα και ήξερε ότι ποτέ ο χειμώνας δε θα τον απογοήτευε. Σταμάτησε για το μεσημεριανό διάλειμμα και άπλωσε το φαγητό που είχε πάρει μαζί του. Ναι, αυτές οι μυρωδιές του θύμιζαν την πατρίδα. Και ο φίλος δίπλα ερχόταν από το ίδιο μέρος και έπιασαν την κουβέντα. Στην παρέα  πιο πέρα κάθισε και ένας άλλος που φαινόταν παρείσακτος, περίεργος, σαν να τους εξέταζε εξονυχιστικά. Τους έκανε εντύπωση και τους είπε την ιστορία του, ένα επαρχιωτόπουλο που ήρθε στην Αθήνα από την Ήπειρο και τα έχασε μέσα στη μεγάλη πόλη. Τους είχε ξαναδεί αυτούς τους τύπους και είχε καταλάβει ότι είχαν πάρει σα δεδομένα τα ζητούμενα, αυτά που για αυτούς, τους ξένους ήταν πάντα ζητούμενα και ποτέ δεδομένα… Ήξερε τι θα τους πει πριν καν μιλήσει.
-                          Όταν ήρθα στην Αθήνα, τρόμαξα, τους είπε. Το χωριό μου ήταν μικρό, πολύ φτωχό και απομακρυσμένο πάνω στα βουνά, ψηλά στο Σμόλικα. Δεν ήξερα πώς είναι να ζεις σε πόλη, πώς είναι να κυκλοφορείς, να παίρνεις λεωφορεία,  να κόβεις εισιτήριο στο μετρό. Τώρα τα ξέρω όλα, αλλά θέλω να γυρίσω πίσω, να ξαναδώ τη μάνα μου που με περιμένει. Με  γέλασαν κάτι φίλοι από το χωριό και ένας πατριώτης μου τα είπε αλλιώς. Άρχισα να δουλεύω και μετά από ένα μήνα με διώξανε έτσι στα ξαφνικά, σαν το σκυλί στο αμπέλι! Εγώ ξέρω ότι η μπέσα είναι μπέσα, έτσι δεν είναι;
-                          Όχι και πάντα, απάντησαν αυτοί κουνώντας το κεφάλι. Όπου και να πας τα ίδια είναι, και καλοί και κακοί άνθρωποι υπάρχουν…
-                          Nαι, ρε παιδιά, αλλά να, Έλληνας είμαι και περίμενα συμπαράσταση, δεν είμαι και κανένας ξένος!
Δεν τους έκανε εντύπωση η σύγκριση, είχαν συνηθίσει. Σκέφτηκαν να του τα πουν στα ίσια.
-                          Κανείς δε χαρίζει σε κανέναν, ούτε του χρωστάει. Πρέπει να πάρεις απόφαση ότι η δουλειά πρέπει να γίνεται τίμια και ντόμπρα, όπως λένε εδώ. Άμα φερθείς σωστά, όλα φτιάχνουν. Υπομονή φίλε! Κάνε μία αρχή και  δες τα πράγματα όπως είναι. Είναι Ελλάδα, πατρίδα σου,  μα η ζωή και δύσκολη είναι και παλεύεται, αν θες!
Φεύγοντας για να συνεχίσει τη δουλειά αναστέναξε. Αχ γιατί του θύμισε τη μάνα του; Ήταν και εκείνη εκεί μακριά και τον περίμενε … Πάνω στο χωριό, θα χιόνιζε τώρα και η μάνα θα έριχνε κι άλλα ξύλα στη φωτιά. Ερημιά και μοναξιά. Ήταν άδικο αλλά … Εκείνος ήταν ευχαριστημένος, βγήκε και σήμερα το μισό μεροκάματο.
Ξανάπιασαν δουλειά, ώσπου τέλειωσε η βάρδια. Στο δρόμο της επιστροφής σκεφτόταν τη συζήτηση που είχε με το Ηπειρώτη. Μήπως και αυτός δε θα μπορούσε να λέγεται έτσι όπως τον ονόμασε ο ίδιος το φίλο του; Δε μοιράζονταν το ίδιο βουνό; Δεν θα μπερδεύονταν  τα κοπάδια τους αν ζούσαν εκεί; Κι αυτό ήταν άδικο, αλλά …
Το τραπέζι είχε στρωθεί. Η Έρικα είχε δουλέψει και αυτή και είχε φέρει πολλά, φαγητά και γλυκά. Κάθισαν και έσφιξαν τα χέρια, λίγο για να ζεσταθούν, λίγο για να βρεθούν μαζί έστω και στιγμιαία.
Ήταν πάντα εκείνη, ίδια και αμετακίνητη. Είχε κουραστεί να τη βλέπει πάντα να παίρνει τις ίδιες αποφάσεις, να έχει μία κατεύθυνση στη ζωή της και να την κρατάει σταθερά. Δεν έμοιαζαν, όχι, ήταν ακριβώς αντίθετοι! Εκείνος ήταν πάντα πιο ασταθής, πιο αβέβαιος για τα πράγματα, πιο ανήσυχος. Πολλές φορές αγαπούσε τη σταθερότητά της, την αναζητούσε και άλλες μισούσε το ότι ήξερε ακριβώς τι σκεφτόταν ανά πάσα στιγμή.
Αλλά, τέτοιες σκέψεις ήταν πολυτέλεια για αυτόν, όταν έπρεπε να βγει για τη δεύτερη δουλειά, τη βραδινή. Τόσες στιγμές που δεν προλάβαινε να αναλύσει. Η μάνα του έλεγε ότι όταν το στομάχι πεινάει, το μυαλό δεν μπορεί να δουλέψει.
 Απέναντι από ένα κτίριο μεγάλο και παλιό -θέατρο του είχαν πει ότι ήταν – τα δρομάκια της Αθήνας έσφυζαν από μια ζωή ξένη. Γυναίκες τυλιγμένες σε μαντήλες από αλλού, σφιγμένες στα πλαστικά τους πανωφόρια που αγοράστηκαν από μαγαζιά ανατολίτικης αισθητικής αισθάνονταν για λίγο σαν να είναι στην πατρίδα και ενστικτωδώς φέρονταν σαν να περπατούν στη μεγάλη πλατεία με χιόνι βαρύ κάνοντας τα τελευταία τους ψώνια.  Κι όμως ήταν στην Αθήνα και το χιόνι δεν ήταν πουθενά για αυτές! Άλλοι πάλι ψιλοκουβέντιαζαν στα καφενεία τα δικά τους ή έμπαιναν για ένα βιαστικό κούρεμα για να ανταλλάξουν δύο-τρεις κουβέντες στη γλώσσα τους, για να μάθουν νέα από την πατρίδα. Σκυφτοί, αργοκίνητοι, μοιραίοι στην υπόγεια την ταβέρνα …
Στο βάθος καθώς περπατούσε διέκρινε πάλι τον Ηπειρώτη.
-Γεια, τι γίνεται; τον ρώτησε.
- Καλά, βλέπω τα χάλια μας! Κοίτα ρε πώς κατάντησε η πόλη. Δε βρίσκεις έλληνα πουθενά πια! Δεν αντέχω άλλο, αρχίζω και ξεφεύγω…
- Από πού έρχεσαι;
- Πήγα πάλι για δουλειά σε έναν άλλο πατριώτη. Τίποτα!
- Έλα μαζί μου, του είπε.
Περπάτησαν ανάμεσα στους σκυφτούς ανθρώπους αμίλητοι. Νύχτωσε πια για τα καλά και τώρα στους δρόμους περνούσαν αυτοκίνητα με καλοντυμένους που έβγαιναν για τη βραδινή τους βόλτα σε μαγαζάκια μικρά αλλά καλοφτιαγμένα, γύρω από ένα εργοστάσιο που κάποτε στέγαζε μόχθο και κόπο. Οι εργάτες της βάρδιας θα κοίταγαν τους σημερινούς εργάτες της βραδιάς και θα κούναγαν το κεφάλι!
Έπιασε δουλειά με τον Ηπειρώτη να τον παρακολουθεί. Ήταν ευχαριστημένος και μόνο που δούλευε. Μια τίμια δουλειά, να τι ήταν.
Ο άλλος  τον κοίταγε συλλογισμένος
-Έλα σου δίνω το πόστο, δούλεψε μαζί μου για λίγο και θα δεις σιγά σιγά όλα θα φτιάξουν. Έτσι αρχίσαμε όλοι μας.
- Μα εγώ δεν ήμουν για τέτοια, αντιτάχθηκε ο άλλος. Ξέρεις τι θα μπορούσα να κάνω; Δεν μπορώ ούτε να το φανταστώ αυτό.
- Όλοι δεν μπορούσαμε να το φανταστούμε αλλά να που το ζήσαμε, τελικά.
-Μια τέτοια δουλειά είναι για μένα …
-Ντροπή; Πες το!
-Ντροπή, ναι! Κι αν περάσει κανένας γνωστός; Αν με πάνε μέσα;
- Ξέρεις και εσύ πώς είναι αυτά εδώ. Θα τα βολέψουμε!

Τον άφησε να ξεκινήσει. Σε μισή ώρα είχε κουραστεί και κρύωνε. Τον παρακολουθούσε από μακριά και τον ένιωθε, αλλά συγκρατήθηκε … Έπρεπε να τον αφήσει σαν το μικρό παιδί, έπρεπε να τον μάθει …
Σε λίγο τον πλησίασε.
- Τα πόδια μου πονάνε από το πέρα δώθε! του είπε καθώς συνέχιζε να δουλεύει.
- Θα συνηθίσεις και σε λίγο ούτε καν θα τα αισθάνεσαι, μη φοβάσαι.
Tον άφησε, ήξερε ότι κάθε κουβέντα μπορεί να τον έκανε να δειλιάσει. Ο άνθρωπος είναι ζώο εύκολο, προσαρμόζεται σε κάθε συνθήκη, μουλιάζει όταν βρέχεται από τις δυσκολίες, γίνεται ζυμάρι και παίρνει το σχήμα που του χρειάζεται κάθε φορά! Για όλα είμαστε φτιαγμένοι και όλα δεν τα μπορούμε, σκέφτηκε.
Αργά το βράδυ, τον πήρε από το χέρι. Ήταν χαρούμενος με την απόδοσή του, αν και ακόμα έβλεπε στα μάτια του μια σκιά ντροπής.
-                          Είχες δίκιο, του είπε. Μια τίμια δουλειά είναι, τίποτε άλλο.
-                          Έλα να φάμε μαζί απόψε. Θα γνωρίσεις και τη γυναίκα μου, την Έρικα.
-                          Μη σας βάζω σε κόπο!
-                          Κανένας κόπος, κανένας. Είσαι φίλος μου πια!
-                          Εντάξει!
Κατέβηκαν το μεγάλο δρόμο που έχει το όνομα του λιμανιού αυτής της πόλης. Ένα περίεργο πράγμα, αλλιώς τον λένε οι άνθρωποι αυτό το δρόμο και αλλιώς τον γράφουν στις ταμπέλες. Σε αυτή τη χώρα πολλά πράγματα αλλιώς είναι και αλλιώς τα λένε. Δε βαριέσαι, παντού έτσι δεν είναι! Για ανθρώπους σαν κι εμάς δεν είχε σημασία, σκέφτηκε. Δεν είχε σημασία. Η  Έρικα, όμως, τους περίμενε και αυτό είχε σημασία.
Όταν ζέσταναν τα χέρια τους, δεν είχε σημασία ότι τα ένωσαν  πάνω από ένα εσωτερικά φλεγόμενο βαρέλι που ήταν τώρα η εστία τους.  Όταν έστρωσαν το τραπέζι δεν είχε σημασία ότι το τραπέζι δεν είχε πόδια. Δεν είχε σημασία ότι το τραπεζομάντηλο ήταν στρωμένο πάνω σε ένα σκληρό χαρτόκουτο, είχε σημασία ότι πάνω υπήρχε σαλάτα και κοτόπουλο και ναι … κρασί κόκκινο που τους είχε δώσει ένας φίλος. Όταν κάθισαν κατάχαμα δεν είχε σημασία ότι το χαλί πάταγε στο γκαζόν, γιατί είχε σημασία ότι ήταν όλοι μαζί εκεί.  Όταν ύψωσαν τα πλαστικά ποτήρια δεν είχε σημασία ότι φυσούσε πάνω από τα κεφάλια τους. Είχε σημασία ότι μπορούσαν να βλέπουν τα αστέρια σε έναν ξάστερο ουρανό. Και δεν είχε σημασία που πάνω τους η γέφυρα κρατούσε αμάξια που έτρεχαν, έτρεχαν να προλάβουν - τι άραγε; Κάτω κράταγε ζεστούς και προστατευμένους τρεις φίλους και δύο αγαπημένους.
Όταν τέλειωσαν το φαγητό τους χαιρετήθηκαν ζεστά, τόσο ζεστά που η θερμότητα βγήκε έξω στην παγωμένη νύχτα και απλώθηκε  γύρω τους… Οι δύο άντρες κοίταξαν χαμογελώντας στην άκρη τις κούτες με τα χαρτομάντηλα που περίμεναν υπομονετικά να πουληθούν στο δρόμο, σε οδηγούς βιαστικών αυτοκινήτων, και έδωσαν ραντεβού για την επόμενη μέρα.


 
Βάσω Καραμπέτσου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου