Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

"ΤΟ ΜΠΙΣΚΟΤΑΚΙ" Μαργαρίτα Στεφάνου







Τ Ο     Μ Π Ι Σ Κ Ο Τ Α Κ Ι

Η εταιρεία  της τη δέσμευσε για ένα χρόνο , τα χρήματα ήταν ικανοποιητικά, ήθελε να γκρεμίσει  κάθε γέφυρα με το παρελθόν και η Ελένη είπε το ναι: ‘ Ένας χρόνος στη Νάξο, τι έχω να χάσω;’

Έφτασε εγκαίρως στο πλοίο. Εντόπισε τη θέση της, ωστόσο προτίμησε τη διπλανή γωνιακή και με εύκολη πρόσβαση στο διάδρομο. Τακτοποιήθηκε, έριξε μια ματιά γύρω της. Λάτρευε να ταξιδεύει μόνη…παρατηρούσε αποστασιοποιημένα  τους ανθρώπους ενώ την καταλάμβανε μια περίεργη αίσθηση ότι όλοι οι επιβάτες ταξιδεύουν στο χρόνο, στο άπειρο. Η πόλη της αναχώρησης  το παρελθόν,  ο προορισμός το μέλλον . Τις πιο βαθιές εξομολογήσεις στον εαυτό της τις έκανε πάντα καθ’ οδόν: λεωφορεία, τρένα , πλοία, αεροπλάνα υπήρξαν ανέκαθεν  φίλοι της.

Ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της όταν την πλησίασε  ένα  μέλος του πληρώματος.  Συνόδευε ένα νεαρό γύρω στα τριάντα  με αθλητικό παράστημα και αμφίεση. ‘58 είναι αυτή, 59 η δική σας, εκεί που κάθεται η κυρία’, είπε δείχνοντας με το χέρι τη θέση που είχε καταλάβει η  Ελένη .Εκείνη ταράχτηκε , όχι τόσο επειδή καθόταν σε λάθος θέση, όσο κυρίως επειδή ο νεαρός ήταν πολύ του γούστου της. Με μεγάλη   σβελτάδα  παραχώρησε τη θέση στο γοητευτικό συνταξιδιώτη.

Ωραία…και τώρα τι κάνουμε; Ήταν αμήχανη αλλά προσποιούνταν την ανέμελη, όλη την ώρα ασχολούνταν με το κινητό της. Αφουγκραζόταν την αύρα  του, ενώ το βλέμμα της είχε πρόσβαση μόνο στο κάτω μέρος του σώματός του: φορούσε βερμούδα που επέτρεπε να  φανούν οι καλογυμνασμένοι του μηροί και οι αρρενωπές του γάμπες. Εκείνος πάλι –λες και το ‘κανε επίτηδες- τεντωνόταν πού και πού νωχελικά και οι πλατάρες του ξεχείλιζαν στο κάθισμα. Τι άνδρας! Μέσα στην  επόμενη μισή ώρα μέχρι την αναχώρηση του πλοίου, το κεφάλι της εθεάθη να γυρνά πίσω δύο με τρεις φορές, ώστε για κλάσματα δευτερολέπτου να τσακώνει η ματιά της το διπλανό της. Κάθε φορά που το τολμούσε, ενθουσιαζόταν όλο  και περισσότερο με το θέαμα. ‘ Ένας Θεός…, μονολογούσε, …και σιγά μην πηγαίνει στη Νάξο. Μάλλον για Πάρο τον κόβω…αλλά και Νάξο να πηγαίνει σιγά μην είναι λεύτερος! Όλους τους καλούς τους βουτάνε μερικές καπάτσες. Αλλά και ελεύθερος να είναι , αν ανοίξει το στοματάκι του ποιος ξέρει τι μαργαριτάρια θ’ ακούσουμε…’

Εκείνος το άνοιξε το στοματάκι του όταν τον κάλεσαν αργότερα στο κινητό. Έγειρε μπροστά και απάντησε χαμηλόφωνα. Ωχ! Τι ποθητός που έγινε τώρα ακόμη περισσότερο στα μάτια αλλά και στ’ αυτιά της! ‘Τι ζεστή φωνή… και από αυτά που λέει δε φαίνεται καθόλου μαλάκας….’ Δε θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό της αν άφηνε αυτή την ευκαιρία  ανεκμετάλλευτη.

Εκείνη τη στιγμή περνούσε από το διάδρομο μια υπάλληλος σέρνοντας ένα καρότσι με σνακ και αναψυκτικά. Χωρίς δεύτερη σκέψη η Ελένη ζήτησε ένα πακέτο μπισκότα. Άνοιξε με βραδύτητα  το κουτί, άγγιξε με λεπτότητα  ένα μπισκοτάκι και την ώρα που ήταν έτοιμη να το βάλει στο στόμα της , αχ τι θυμήθηκε! Κάποιος κάθεται δίπλα της! Τι ντροπή να μην του προσφέρει ένα! Με μεγάλη φυσικότητα – Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου-  ‘Μήπως θέλεις;’, ρώτησε με ειλικρινές ενδιαφέρον το συνάνθρωπό της. ‘Ναι, ευχαριστώ, θα πάρω ένα’, απάντησε εκείνος. Και συνέχισε: ‘Πάρο  πας;’ ‘ Όχι, Νάξο. Εσύ;’ ‘Κι εγώ, είμαι δάσκαλος στη Νάξο, αγαπώ το νησί.’ ‘Πώς σε λένε;’  ‘Στέφανο’ ‘Είμαι η Ελένη’…

 Όλα τα λεφτά αυτό το μπισκοτάκι…αλίμονο σε μας τις άτολμες!

Έπρεπε να σε είχα καταλάβει… Τα σημάδια πολλά απ’ την αρχή κι εγώ τυφλός μέσα στα σκοτάδια του πάθους  μου. Πρώτα πρώτα τ’ όνομά σου…Ελένη…Ελένη δεν έλεγαν την πρώτη μου αγάπη στο δημοτικό που μου ζήτησε να κόψω για χάρη της εκείνες τις υπέροχες ανεμώνες κι εγώ έπεσα μέσα σε δάσος τσουκνίδες; Το όνομά σου η πρώτη παγίδα…ωραία Ελένη , για σένα σφάχτηκαν δυο λαοί, τώρα πάλι δυο άνδρες…πόσο τυφλός ήμουν Θεέ μου, όταν ζήτησες το τηλέφωνό μου και αντιλήφθηκες ότι δεν υπήρχε άλλη κενή θέση στο κινητό σου, με τι ευκολία, πόσο αβίαστα, έσβησες απ’ τη λίστα κάποιο άλλο θύμα σου. Όπως τώρα, αγάπη μου, ήρθε η ώρα να σβήσεις εμένα…

Και να σκεφτείς ότι από ευγένεια πήρα αυτό το παλιομπισκότο!
 
Μαργαρίτα Στεφάνου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου