Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

"Σαββατόβραδο" Μαρία Κυριάκη




Σαββατόβραδο

Όχι Θεέ μου. Πόσο χαζός μπορεί να γίνει ο Αυτιάς; Αφού του είπα πως δεν θέλω κορίτσια εδώ μέσα, τι μου την κουβάλησε;  Ο Αυτιάς τάχει παίξει τελείως μετά από εκείνο το φτύσιμο που έφαγε απ’ την Κίκω κι όποια  βρει τη μαζεύει. Αυτή πάλι που μούφερε σήμερα; Βαμμένη και φτιαγμένη αλλά δεν είναι τέτοια, ίσα-ίσα για χαμηλών τόνων την κόβω. Έχει κάτσει στη γωνιά της και καπνίζει για να μας το παίξει προχωρημένη.  Για την ηλικία της, δεν την κόβω πάνω από δεκαπέντε, είναι ανεπτυγμένη. Με κοιτάζει, φοράει κάτι γυαλιά με χρωματιστό σκελετό και με κοιτάζει μέσα απ’ αυτά κι αλληθωρίζει και  λίγο. Αδιαφορεί  πλήρως για τον Αυτιά. Και με το δίκιο της έτσι που είναι.  Χοντρός και πολύ ψηλός με πεταχτά αυτιά και γουρλωτά μάτια. Ένα χάλι. Αλλά δεν το βάζει κάτω τον παραδέχομαι. Όπου δει κοπέλα, εκεί.  Πάει στις μικρές πιο πολύ γιατί οι  μεγάλες του λυκείου τον έχουνε στο φτύσιμο. Δεν κάνω κέφι για πρόβα σήμερα. Όχι μ’ αυτή  να με κοιτάζει πίσω από τους καπνούς του τσιγάρου της περιμένοντας πότε θα της δώσω το οκ. Όλες τους τα ίδια κάνουν. Στην αρχή είναι καλές και ότι τους πεις. Μετά όμως αρχίζουν τα παράπονα και τα «πότε θα σε δω και πότε θα πάμε οι δυό μας στο κλαμπ» και τα «δεν μ’ αγαπάς ενώ εγώ»… Εσύ! Σιγά μη μ’ αγάπησες εσύ μέσα σε τρεις μέρες. Και άμα πας να τις φιλήσεις: «Όχι ακόμα, είναι νωρίς, μωρό μου». Να μ’ αγαπήσεις πρόλαβες όμως... Μου τη σπάνε όλες τους. Εκτός απ’ την Μπλου. Αυτή είναι άλλο πράμα σε καμιά τους δεν μοιάζει.
Την κάνουμε, λέω στον Αυτιά και φεύγουμε  με την μικρή να μας ακολουθεί λέγοντας  για τον τάδε και τη δείνα που είναι φίλοι της και θα μας μπάσουν σε κάποιο κλαμπ που ο ξάδελφος της δείνα, είναι στην πόρτα. Τους την κάνω κι εξαφανίζομαι για τα γήπεδα. Τα λέμε, φωνάζει πίσω μου η μικρή απελπισμένη που της ξεγλίστρησα κι έμεινε αμανάτι με τον χοντρό. Καλά να πάθει.
Μούρχεται φλας η Μπλού τώρα. Η Μπλού, δεν την λένε έτσι αλλά εγώ την έχω βγάλει έτσι μέσα μου, είναι μια σταλίτσα και μπορείς αν θέλεις να τη σηκώσεις και να στριφογυρίζεις γύρω-γύρω κι ας είσαι σαν και μένα που όλοι με λένε ψύλλο γιατί είμαι κοκαλιάρης σαν τον πατέρα μου. Είμαι ψηλός όμως κι έχω δυνατά χέρια απ’ τα ντραμς. Η Μπλού έχει κάτι χεράκια σαν κλωστές και τα πόδια της είναι κι αυτά αδύνατα. Φοράει κολλητά τζην και κάτι φαρδιά μπουφάν από πάνω κι έχει πολύ πλάκα γιατί είναι η πιο όμορφη απ’ όλες κι ας είναι έτσι χύμα. Δεν της μιλάω γιατί φοβάμαι μη μου την πει. Τα λέει έξω απ’ τα δόντια σ’ όλους ακόμα και στους καθηγητές . Καθόλου δεν την νοιάζει. Κάνει πως καπνίζει στην αυλή για να τους τη σπάει αλλά δεν της αρέσει και το ξέρω εγώ. Όταν κάτι δεν της αρέσει έχει ένα ύφος λίγο δυστυχισμένο, λίγο θυμωμένο. Ξέρω τι της αρέσει. Οι σοκολάτες της αρέσουν, η μουσική της αρέσει, η κουβέντα της αρέσει, γλώσσα μέσα της δεν βάζει, της αρέσει να την προσέχουν και όποτε την έχω τρακάρει στο ρακάδικο την έβλεπα να κατεβάζει τα ρακόμελα μονοκοπανιά που σημαίνει πως τα ρακόμελα της αρέσουν.
Τα μαλλιά της είναι ίσια σαν πρόκες και χρυσά.  Δεν πρόκειται ποτέ να γυρίσει να με κοιτάξει αυτό το ξέρω πολύ καλά. Εγώ δεν είμαι στην παρέα της. Κανονικά θα πήγαινα τώρα στη Δευτέρα Λυκείου αλλά είμαι ακόμα στην πρώτη κι εκεί θα μείνω. Δεν την καταλαβαίνω καλά τη γλώσσα. Όταν ήρθαμε στην Ελλάδα δεν την μίλαγα καθόλου κι ούτε ήθελα να την μάθω. Όλοι αλλάξανε τα ονόματά τους για να γίνουνε Έλληνες αλλά εγώ δεν θέλω να γίνω Έλληνας. Τι δουλειά έχω εγώ με τους Έλληνες;  Μάρεκ με λένε δεν με λένε Αλέξανδρο. Ούτε Λεωνίδα, ούτε Μενέλαο. Να γυρίσω πίσω, αυτό θέλω. Εδώ όλοι είναι διαφορετικοί, δεν τους πιάνω. Όλο καίγονται να γίνουν κάτι. Εγώ θα γίνω αυτό, εγώ εκείνο, εγώ μουσικός, εγώ εργολάβος, εγώ δικηγόρος, καλά... Εγώ δεν θέλω να γίνω τίποτα. Θέλω να γίνω ένας άστεγος αλήτης. Ήταν ένας ποιητής  που έλεγε πως ακόμα και στις μισογκρεμισμένες καλύβες μένουν άστεγοι αλήτες. Αυτοκτόνησε. Έτσι λένε. Όταν μεγαλώσω, αν μεγαλώσω που κι αυτό παίζει, θα γίνω ένας άστεγος αλήτης. Μ’ αρέσει να παίζω ντραμς. Αλλά δεν θέλω να γίνω μουσικός και να βγαίνω στην τηλεόραση να κάνω τον έξυπνο στον κοσμάκη. Κι η μπάλα μ’ αρέσει. Αλλά ούτε ποδοσφαιριστής θέλω να γίνω. Αν μπορούσα να κάνω κάτι θάθελα να γυρίσω πίσω στο Κατοβίτσε. Δεν είναι όμορφη πόλη αλλά εμένα μ’ αρέσει. Μ΄ αρέσει και το κάστρο που είναι σαν ψεύτικο.  Έχει πολλά εργοστάσια αλλά τώρα έχουν κλείσει τα περισσότερα.
Λέω  να πάω σπίτι τελικά. Δεν έχω όρεξη για βόλτες απόψε. Ο γέρος μου θα κάθεται μόνος στο σαλόνι μ’ ανοιχτή την τηλεόραση και θα ‘χει αρχίσει να πίνει. Η μάμα θα γυρίσει χαράματα, είναι νυχτερινή τα Σάββατα Δεν είναι κακός ο πατέρας μου όταν τα πίνει. Στην αρχή δεν λέει κουβέντα, αυτό είναι και το φυσικό του, μετά αρχίζει και μιλάει και σταματημό δεν έχει. Μπερδεύει τα λόγια του, ξεχνάει τις λέξεις και μιλάει δυνατά σα να θέλει να τον ακούσει κάποιος που είναι θεόκουφος. Δεν δέρνει, ούτε βρίζει όπως οι άλλοι. Όταν γίνεται τελείως ντάγκλα αρχίζει να τραγουδάει. Κι έχει μια χαρά φωνή, δεν χάνει νότα. Στην πατρίδα ήταν σε μια μπάντα και τραγουδούσανε τα βράδια στις ταβέρνες. Εδώ τώρα δουλεύει οικοδομή. Όταν βρίσκει. Αλλά δεν το ψάχνει και πολύ.  Αφού δουλεύει η μαμά, του φτάνει.  Αυτός μόνο αν του βάλει χέρι ο θείος σηκώνεται να πάει να βγάλει κάνα μεροκάματο. Κάποτε δούλευε σε μαγαζί αλλά τον σχόλασε το αφεντικό, τους σχόλασε όλους και πήρε γυναίκες,  που τραβάνε πιο πολύ τους πελάτες.
Τελικά με χαλάει η ιδέα να κλειστώ από τώρα στο σπίτι. Λέω να πεταχτώ ως την καφετέρια να δω λίγο κόσμο. Αν δεν μ’ αρέσει την κάνω αργότερα για το σπίτι.  Θάναι κι η Μπλου εκεί, πάντα βγαίνει τα Σάββατα. Εκεί μαζεύονται όλοι, Έλληνες και ξένοι. Κάτι εξυπνάκηδες λένε πως τώρα ξένοι και Έλληνες έχουν γίνει ένα αλλά είναι μακριά νυχτωμένοι. Ο ξένος είναι ξένος κι αυτό δεν αλλάζει ποτέ. Τα κορίτσια σταματάνε τα κακαρίσματα όταν περνάς από δίπλα τους και κρύβουν τα κινητά. Αν μπεις σε μαγαζί σε καρφώνουν με τη μία και δεν σ’ αφήνουν απ’ τα μάτια τους ώσπου να περάσεις από το ταμείο. Ο ξένος είναι μπίχλας, μίζερος, κλέφτης και λυσσάρας. Τέλος. Μερικοί δεν έχουν πρόβλημα αλλά έχω εγώ. Δεν γουστάρω να μου κάνουν την χάρη να με συμπαθούν. Με πάνε λέει κι ας είμαι Πολωνός. Να μου λείπει. Τους κάνω παρέα αναγκαστικά αλλά δεν έχω πολλά-πολλά μαζί τους. Αν χάσουνε τίποτα να δεις που αμέσως εμένα κοιτάνε. Ούτε που τους περνάει απ’ το μυαλό πως μπορεί να το πήρε κάνας δικός τους. Μα καλά πριν έρθουμε εμείς εδώ ποιος έκλεβε; Ή μήπως δεν υπήρχε το είδος;
Μπαίνω στη καφετέρια που είναι τίγκα στον κόσμο.  Όλα εδώ είναι μαζεμένα τα πουλάκια μου. Πάω στο βάθος για να μπορώ να βλέπω την Μπλου μέσα απ’ τον καθρέφτη χωρίς να με βλέπει αυτή.  Είναι με μια φίλη της, μια κατάξανθη κοπελιά  με απαλή φωνή και καστανά ήσυχα  μάτια. Ωραίο κορίτσι. Αλλά όχι σαν την Μπλου. Η δικιά μου είναι πώς να το πω… Να! δεν είναι πως είναι όμορφη αλλά όταν την βλέπω μούρχεται να σκεφτώ παράξενα πράγματα και θάθελα να γράψω ένα τραγούδι γι’ αυτήν. Είναι η μόνη που θέλω να της πω. Πολλά θέλω να της πω. Είναι όμως με κάτι αγόρια απ’ την τάξη της και φυσικά δεν πρόκειται να της πω τίποτα. Θα μπορούσα ας πούμε να σκεφτώ μια ιστορία πίνοντας την μπύρα μου αν όλοι αυτοί  εδώ μέσα δεν έκαναν τόσο θόρυβο για να αποδείξουν πως υπάρχουν.
Ξέρω γι’ αυτήν. Ξέρω πως ντρέπεται αλλά κάνει πως θυμώνει. Δεν το βάζει κάτω με τίποτα. Ξέρω πως είναι περίεργη και μπορεί να την πειράξει κάτι που για τους άλλους είναι οκ. Ξέρω πως φοβάται αλλά δεν το δείχνει για να μην της πάρουν τον αέρα. Αν της έλεγα πως αγαπάω εκείνο το ύφος που έχει όταν είναι έτοιμη να κάνει ζαβολιά αυτή μπορεί και να γελούσε. Ποτέ δεν ξέρεις… αλλά κόβω το λαιμό μου πως θα της άρεσε. Και δεν έχει κι ακριβό κινητό να φοβάται μην της το κλέψω.  Ώρες-ώρες είναι πολύ μελαγχολική και γι’ αυτό την λέω Μπλου. Γι’ αυτό και για τα μάτια της που είναι ίδια με τα δικά μου.
Ο Έντυ θα μου την σπάσει τελείως απόψε. Θέλει να πάμε στο κλαμπ να γνωρίσουμε κάτι μικρές που είχε δει απ’ τ’ απόγευμα και μ’ έχει πρήξει. Ξεκόλλα και ξεκόλλα. Α! παράτα μας ρε.  Πάνε μόνος σου. Ο Έντυ είναι μεγάλος, είναι κοντά είκοσι και το μυαλό του τόχει συνέχεια στις κοπέλες. Είναι κοντός αλλά αρέσει γενικά  γιατί έχει μαλλιά μακριά ξανθά και τα λούζει συνέχεια λες κι είναι κοπελιά. Μυρίζει ωραία δεν λέω αλλά δεν τον γουστάρω . Πηγαίνει με μεγαλοκυρίες για χαρτζηλίκι και μερικοί λένε πως νταραβερίζεται και με άντρες. Πάντα ματσωμένος είναι και φοράει πολύ πρώτα ρούχα. Κερνάει, είναι εντάξει σ’ αυτά, αλλά καπνίζει διάφορα περίεργα συνέχεια  και κάνω κεφάλι μόνο που τον έχω δίπλα μου. Εμετός μούρχεται. Τον ξεφορτώνομαι και κάθομαι στη μπάρα να κοιτάζω τη δικιά μου.
Όλο γελάει σήμερα, θα τάχει πιει. Τα δόντια της γυαλίζουν όταν γελάει.
Θα μπορούσα να την συναντήσω στην άκρη της γέφυρας σ’ εκείνο το ποτάμι που μας πήγαινε ο παππούς μου όταν ήμουν μικρός, πολύ μικρός πριν φύγουμε. Για ψάρεμα πηγαίναμε εκεί. Θα ήταν καλό μέρος γι’ αυτήν. Η γιαγιά έβαζε στο καλάθι αυγά και ψωμί και κρεμμύδια φρέσκα. Το ποτάμι μύριζε νερό και λάσπη. Έλλειπε ένα δοκάρι από την γέφυρα. Θα μπορούσα λοιπόν μια χαρά να την πιάσω από την μέση για να μην σκοντάψει και πέσει στο νερό. Θα μπορούσε να πέσει στο νερό από τη χαραμάδα, τόσο λεπτή είναι. Θα της έδειχνα τα σύννεφα και θα της μάθαινα όλα τα ονόματα των αστεριών. Τα ξέρω όλα στον δικό μου ουρανό εκεί. Εδώ δεν αναγνωρίζω τίποτα, όλα μου φαίνονται αλλιώτικα κι ας λέει ο γέρος μου πως είναι τα ίδια. Εγώ δεν ξεχνάω εύκολα, δεν ξεχνάω τίποτα. Είναι ένα πράγμα που πολύ μου τη σπάει να ξεχνάνε οι άνθρωποι. Γιατί ξεχνάνε και δεν ξεχνάνε μόνο τα ασήμαντα πράγματα ξεχνάνε και τα σπουδαία. Να! Τώρα ο ξάδελφος μου έχει ξεχάσει τελείως πως όταν πήγαμε στην Γκντύνια για μπάνιο είχε ένα θέατρο στην παραλία. Έχει ξεχάσει πως είχε τόσα κοχύλια που γεμίσαμε τις τσέπες μας. Ούτε που θυμάται πως έβρεξε και βγήκαμε από το νερό τρέχοντας. Εγώ άνθρωπο που ξεχνάει δεν μπορώ να τον κάνω κολλητό μου. Βλέπω τώρα όλους αυτούς που πριν από κάτι μήνες κλαίγανε για ένα παιδί αλλά ούτε που το θυμούνται πια. Το παιδί το είχε σκοτώσει ένας αστυνομικός στα Εξάρχεια και έγινε χαμός. Τρέχανε στους δρόμους, πετάγανε μολότωφ, γράφανε στους τοίχους, κάνανε καταλήψεις. Τώρα το παιδί θα έχει συνηθίσει  τον τάφο του αλλά κανείς δεν το θυμάται πια, κανείς δεν μιλάει γι΄ αυτό. Κι ενώ λέγανε πως θα εκδικηθούν τότε, κανείς δεν εκδικήθηκε τελικά. Το ξεχάσανε το παιδί και κάθονται τώρα και μιλάνε για το κάθε άσχετο και κανείς δεν θυμάται. Ούτε τέσσερις μήνες. Δε βαριέσαι. Εδώ τόσοι έχουνε πεθάνει και τους ξεχνάνε. Σαν να είναι κανένα κατόρθωμα να ξεχνάς. Όλοι ξεχνάνε. Κι οι δικοί μας. Κάποτε μας είχαν πει πως οι Ρώσοι έσφαξαν ένα σωρό στρατιώτες κι αξιωματικούς στο  Κατίν και μετά είπανε πως τους σφάξανε οι Γερμανοί. Εγώ αυτό δεν το ξέχασα κι ας μην πήγαινα σχολείο ακόμα τότε. Μα αυτά γίνανε πριν από αιώνες, λένε τα ξαδέλφια μου. Όμως από τη στιγμή που το ξέρεις πως γίνανε δεν μπορείς να τα ξεχάσεις. Τόσοι πεθαμένοι. Πως τους ξεχνάς εσύ δηλαδή; Ούτε τη γλώσσα μου θέλω να ξεχάσω. Την γλώσσα μου την ξέρω καλά κι ας μην την μιλάω παρά μόνο με τους γέρους μου. Όλοι οι άλλοι βαλθήκανε να γίνουν Έλληνες. Και άλλα θυμάμαι που δεν πρόκειται ποτέ να τα ξεχάσω. Στα μαθηματικά είμαι καλός εγώ γιατί δεν ξεχνάω τους τύπους. Αλλά δεν λέω ποτέ μάθημα. Τις βλέπω τις ασκήσεις στον πίνακα και είναι παιχνιδάκι να τις λύσω αλλά δεν σηκώνω χέρι. Αφού μ’ έχουν για στουρνάρι  να μην τους χαλάσω την εικόνα. Δεν θέλω να γίνω το σπασικλάκι της τάξης έτσι κι αλλιώς. Στα διαγωνίσματα ούτε καν που τις κοιτάω τις ασκήσεις. Όπως είναι, τα γυρίζω πίσω. Από μένα δεν θα πάρουν αυτό που θέλουν. Δεν θα γίνω εγώ ο καλός ξένος που όλοι τον θαυμάζουν γιατί τα κατάφερε και έγινε σπουδαίος εδώ πέρα. Να μου λείπει. Εγώ θέλω να γυρίσω πίσω στη χώρα μου. Αλλά κάθομαι και λύνω τις ασκήσεις στο σπίτι για να περάσει η ώρα μου όπως οι άλλοι λύνουν σταυρόλεξα. Και ποτέ δεν τις ξεχνάω. Μ ‘αρέσουν οι αριθμοί. Είναι τίμιοι. Δεν σε κοροϊδεύουν με λεξούλες και παραμύθια. Κάθονται ακίνητοι και σοβαροί ώσπου να βρεις τα μυστικά τους για να γίνουν δικοί σου. Τότε  κανείς δεν μπορεί να σου τους πάρει.
Τα κορίτσια σηκώνονται να φύγουν κι είναι νωρίς ακόμα. Λέω να τις ακολουθήσω. Το ξέρω πως είναι ανόητο τώρα αυτό αλλά το θέλω πολύ. Πήρε τ’ αυτί μου ότι θα πάνε σ’ ένα πάρτι. Θα καρφωθώ αν πάω κι εγώ από πίσω αλλά δεν βαριέσαι. Θα κάνω πως στρίβω απ’ αλλού και θα  τις βρω στη λεωφόρο.  Πληρώνω και φεύγω πρώτος για να μην πέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο στην πόρτα.  Η Μπλου, η κολλητή της κι ένας φίλος τους. Η Μπλου θα καθυστερήσει σίγουρα. Πάει πάντα στις τουαλέτες και κοιτάζεται μια ώρα, να δει αν είναι εντάξει για να βγει έξω. Μαζί με την κολλητή της. Τον άλλο που είναι μαζί τους τον ξέρω απ’ το σχολείο. Ήμασταν στην ίδια τάξη πέρσι και θα ήμασταν και φέτος αν εγώ δεν έμενα. Φέτος θα ήμασταν μαζί και με την Μπλου. Έχει και τις στραβές του αυτό το κόλλημα που τραβάω να μη στρώνομαι να μάθω πέντε πράγματα ή να δείξω πως τα ξέρω. Τώρα θα την είχα κάθε μέρα μέσα στην τάξη και θα μπορούσα το πρωί, πριν πάω ν’ αράξω στο θρανίο μου, να μυρίζω τα μαλλιά της καθώς θα περνούσα ή να βλέπω τα μάτια της όταν κάνει ζαβολιές για να γελάει η τάξη. Πως το ξέρω; Τις ακούω που τα λένε στο διάλλειμα. Μια μέρα μπήκα κρυφά στην τάξη της μετά το σχόλασμα και κάθισα για λίγο στο θρανίο της, ξέρω και ποιο είναι. Κάθισα για λίγο εκεί και είδα όλα όσα είχε γραμμένα απάνω, κάτι στίχους από τραγούδια το όνομά της, κάτι φράσεις στα Αγγλικά. Βρήκα κι ένα τσιμπιδάκι και το πήρα μαζί μου γιατί μπορεί να ήτανε δικό της αν κι αυτή δεν φοράει τσιμπιδάκια. Αλλά το καλύτερο ήταν που βρήκα μια τρίχα ξανθιά, σίγουρα δικιά της και την πήρα κι αυτήν. Είχε μαγκώσει στο θρανίο εκεί που ήταν σχισμένο το ξύλο. Ξέρω πως είμαι και πολύ βλάκας με την Μπλου αλλά την έχω φυλάξει στο κουτί μου αυτή την τρίχα και  το τσιμπιδάκι μαζί με κάτι φωτογραφίες του παππού και της γιαγιάς, ένα στρατιώτη από μολύβι και το αναγνωστικό της πρώτης Δημοτικού που είχα στο σχολείο στην Πολωνία. Όχι για να μην ξεχάσω τι χρώμα έχουν τα μαλλιά της γιατί εγώ ποτέ δεν ξεχνάω, αλλά έτσι να πούμε, επειδή θέλω.
Κι αν ποτέ έγραφα κάνα ποιήμα θα ήθελα ας πούμε να είναι δικό της. Αυτό. Όχι σπασμένες καρδιές και τέτοιες ανοησίες αλλά κάτι, δεν ξέρω κάτι ολότελα διαφορετικό. Κάτι τέτοια τα σκέφτομαι καμμιά φορά αλλά μου φαίνονται πολύ περίεργα και δεν έχω κάτσει να τα γράψω.
 Όπου υπάρχουν νεκροί θα ταξιδέψω μαζί σου χωρίς φόβο ως τη δύση γιατί εσένα οι νεκροί θα σ’ αγαπούν όπως  αγαπούν τις αναμνήσεις τους.
Κι εκεί που είναι οι ζωντανοί δεν θα φοβηθώ να περπατήσω μαζί σου γιατί οι ζωντανοί δεν σε ξέρουν αλλά σου ανοίγουν το δρόμο.
Κι όταν θα χιονίσει δεν θα σ’ αφήσω να μπεις μόνη μέσα στο δάσος για να μην σε τραβήξουν οι χαμένες ψυχές που το χειμώνα παγώνουν από μοναξιά.
Και στη θάλασσα δεν θα σ΄ αφήσω να γυρίσεις μόνη γιατί οι πνιγμένοι μπορεί να μετρήσουν για δικά τους τα μάτια σου και να σε πάρουν μακριά ως το σημείο που δεν έχει γυρισμό. 
Αλλά κι εσύ γίνε η πατρίδα για να θυμάμαι πάντα τον τρόπο να γυρίζω πίσω στη γη που είναι το κορμί σου.
Βλακείες. Ευτυχώς που δεν μπορεί κανείς να μπει μέσα στο μυαλό μου και να δει τι σκέφτομαι. Καθόλου δεν μ’ αρέσει αυτό το σπίτι που είναι το πάρτι. Τι σπίτι δηλαδή, ένα γιαπί είναι και στον πρώτο όροφο έχουν βάλει κάτι ενισχυτές, κάτι μεγάφωνα και παίζει μουσική. Τραβήξανε ρεύμα από το κουτί της ΔΕΗ και κάθονται μέσα στο σκοτάδι και χορεύουν. Είναι μεγάλοι και είναι μεθυσμένοι. Δεν θάπρεπε να μπουν εκεί αλλά μπαίνουν. Το αγόρι επιμένει να μπουν γιατί έχει λέει εκεί κάτι γνωστούς του αδελφού του και θέλει να του γνωρίσουν μια κοπέλα. Η Μπλου δεν θέλει να μπει. Το βλέπω πως δεν θέλει κι ας μην έχει φως εδώ. Και χωρίς φως ξέρω πότε κατεβάζει μούτρα. Καλύτερα να την κάνω για το σπίτι. Εκεί μέσα δεν μπορώ να μπω, δεν ξέρω κανέναν. Αλλά έλα που δεν θέλω κιόλας να φύγω και να την αφήσω  μόνη… Δεν βαριέσαι. Αυτή έχει τους δικούς της σιγά μη με χρειάζεται εμένα να της κρατάω το φανάρι. Θέλω να την κάνω αλλά δεν θέλω κιόλας. Τελικά αποφασίζω να μπω αφού έτσι κι αλλιώς κανείς δεν μπορεί να δει την τύφλα του εκεί μέσα κι όλοι μπαινοβγαίνουν στο άνετο. Αλλά όταν μπαίνω στο δωμάτιο δεν είναι εκεί. Έχει παντού κεριά και κάτι φώτα που στριφογυρνάνε. Όλοι είναι μεθυσμένοι. Είναι κάτι κορίτσια του σχολείου μας που φιλιούνται, όχι όμως κι η Μπλου. Βλέπω την κολλητή της να μιλάει μ’ έναν εικοσάρη και φαίνεται πολύ μεθυσμένη. Σκέφτομαι πως η Μπλου μπορεί να την έκανε και να μην την πήρα χαμπάρι. Μπορεί να έφυγε με το αγόρι ή… Ή να είναι κάπου εκεί μέσα με το αγόρι και να φιλιούνται .  Δεν μου πέφτει λογαριασμός αλλά τα παίρνω έτσι χωρίς λόγο κι ανεβαίνω τις σκάλες τρέχοντας να βγω στην ταράτσα να πάρω λίγο αέρα. Έχω λαχανιάσει  αν κι είμαι καλός στο τρέξιμο.
Τότε την ακούω. Την ακούω απ’ την ταράτσα και είμαι σίγουρος πως είναι αυτή. Δεν μ’ αρέσει καθόλου αυτό που ακούω και ορμάω προς τα κει αλλά δεν την βρίσκω με το φίλο της. Είναι ένας άλλος μαζί της, ένας μεγάλος. Είναι τελείως ντίρλα και τη σπρώχνει στον τοίχο και προσπαθεί  να την φιλήσει. Η Μπλου κλαίει τώρα, θέλει να του ξεφύγει αλλά δεν μπορεί. Είναι σαν κλαδάκι η Μπλου  κι αυτός έχει το διπλό της μπόι. Της τραβάει τη ζακέτα και τη σπρώχνει μεθυσμένος στον τοίχο. Η Μπλου φωνάζει, κλωτσάει αλλά κανείς δεν την ακούει. Μπορώ να κατέβω κάτω και να φωνάξω για βοήθεια αλλά δεν το κάνω. Παίρνω ένα καδρόνι και το σηκώνω, τον πλησιάζω αθόρυβα από πίσω, ούτε που με παίρνει χαμπάρι και του το κοπανάω στο κεφάλι. Εκείνος ζαλίζεται αλλά δεν πέφτει. Γυρνάει στο μέρος μου κι αρχίζει να με βρίζει. Ντερέκι είναι αλλά σκασίλα μου. Τον παρασέρνω ως την άκρη εκεί που αρχίζει το μπαλκόνι και προσπαθώ να τον ξαναχτυπήσω. Είναι πολύ μεθυσμένος για να με πετύχει και να μου αρπάξει το ξύλο. Τινάζω τα χέρια μου με δύναμη και το καδρόνι τον χτυπάει πίσω απ’ τα γόνατα. Τον μισώ τώρα γιατί είναι ξένος και μεθυσμένος και γιατί άγγιξε το κορίτσι. Ξέρω πως πρέπει να πάρω την Μπλου και να φύγουμε τρέχοντας καθώς αυτός παραπατάει βρίζοντας και προσπαθώντας να μου αρπάξει το ξύλο. Αλλά δεν ξέρω γιατί το κάνω αυτό, σηκώνω το ξύλο και ξαναχτυπάω. Ο άντρας χάνει την ισορροπία του. Γλιστράει απαλά σαν χορευτής, κάνει μια στροφή σύριζα στην άκρη απ’ το μπαλκόνι που δεν έχει κάγκελα και πέφτει κάτω από τον πέμπτο. Κοιτάζω την Μπλου που με κοιτάζει στα μάτια για πρώτη φορά και για πρώτη φορά δεν κατεβάζω τα μάτια. Το κραγιόν της είναι μουτζουρωμένο, μάσκαρα κυλάει στα μάγουλά της ανακατωμένη με δάκρυα. Είναι όμορφη όπως μόνο η Μπλου μπορεί να είναι όμορφη. Από κάτω ακούγονται κραυγές, φωνές, κάποιος σταματάει τη μουσική, κάποιοι τρέχουν στις σκάλες. Αλλά είναι μακριά, πολύ μακριά ακόμα κι αν δεν ήμουνα ξένος κι αν η Μπλού το ήθελε, ώσπου ν’ ανέβουν όλους αυτούς τους ορόφους και να μας φτάσουν, εγώ θα προλάβαινα να της μάθω όλα τα αστέρια στον ουρανό. Με τα ονόματά τους. Μπορούσα. Για πρώτη φορά μου φαίνονταν ίδια, ολόιδια όπως και στον ουρανό της πατρίδας μου. 
Τον σκότωσες! Ψιθυρίζει η Μπλου λίγο πριν φτάσουν οι μεθυσμένοι στην ταράτσα.
Μόνο εγώ μπορώ να δω μέσα στο σκοτάδι το  πονηρό χαμόγελό της και τα δόντια της που αστράφτουν χαρούμενα.


Μαρία Κυριάκη
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου