Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

"Άτιτλο" Βάσια Αργέντη

Άτιτλο

Τρία σπίρτα
έχω ανάγκη.
Έρωτα,
Τέχνη,
Επανάσταση.

Τα υπόλοιπα;
Παράπλευρες "κοσμητούρες"
για να μην χωλαίνει
η ουσία.

Τρία σπίρτα
κι η φωτιά τους,
νερό για να πλυθώ.


Βάσια Αργέντη

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Περιοδικό "Βακχικόν"- Ά Μέρος Δημοσιεύσεων




 Η συνεργασία της ομάδας μας με το λογοτεχνικό περιοδικό "Βακχικόν" http://www.vakxikon.gr/ είναι γεγονός. Το περιοδικό ξεκίνησε ένα ετήσιο αφιέρωμα στην G.A.P. δημοσιεύοντας σε κάθε τεύχος για το έτος 2012 ποίηση των συνδημιουργών μας. Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος γίνεται η παρουσίαση της ομάδας και γράφουν οι: Γιάννης Καρτέρης, Φωτεινή Μαρκάκη, Στάθης Σιώμος, Άννα Σωτρίνη, Χαράλαμπος Κοκκινίδης και Πελαγία Μπότση.

Για την παρουσίαση των Gathered Avant-garde Poets, το εισαγωγικό κείμενο γράφτηκε από την Πελαγία Μπότση και η φωτογραφία τραβήχτηκε από τη Γιώτα Βούζνα.

Εδώ μπορείτε να μεταβείτε στη δημοσίευση:



Ευχαριστούμε από καρδιάς τους ανθρώπους του "Βακχικόν".

Gathered Avant-garde Poets

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

"Τα φίλινγκς" Ανθοφίλη Τελωνιάτη


Τα φίλινγκς


 Πώς ξυπνούν τα συναισθήματα;
Ποια αρχέγονη δύναμη θρυμματίζει και ανασυντάσσει τις πραγματικότητες;
Ανοίγω δρόμο σημαίνει ανοίγω δρόμο στο όνειρο, εκείνο το παλιό, ξεθωριασμένο, στο όνειρο της λάμψης του παρόντος, στο όνειρο του χρόνου ολάκερου.
Στης ζωής τα χρονικά τοπία δένδρο φυλλοβόλο στέκεται η ψυχή μου.
Μέσα σ’ αυτήν τη φυλλορροή αφήνω το φόβο να σμίξει με την αλήθεια του.
Λίγες στιγμές αγωνίας. Έτσι μεταφράζεται αργότερα. Και η φυλλορροή των συναισθημάτων συνεχίζει…
Να αναμιγνύεται, να διασπάται, να τινάζεται και πάλι με βάση το νόμο της βαρύτητας, να πέφτει σαν κατακάθι στην επανάληψη της καθημερινότητας.
Σαν πρώτη αίσθηση μοιάζει αυτή η ιδέα καθαρή, προσιτή και βέβαιη.
Χωρίς εγγυήσεις ξεκινά η μεταφυσική αγωνία της αναζήτησης.
Διογένης μες στο πιθάρι του φαντάζει τούτη η διαδρομή…
Είμαστε για καινοτομίες; Αυτό αρέσκομαι στις επάλξεις μιας τέτοιας ερώτησης.
Ήδη έχει μεσολαβήσει ο χρόνος, που με κρυφοκοιτά με τη μοναδική πρόκληση: Απενοχοποίησέ με!
Ξεκινώ απ’ την απόλαυση και τελειώνω σ’ αυτήν.
Πρώτη απόλαυση: Δεν ενώνουμε κομμάτια παρά μόνο τα αφήνουμε σε φυσική πτώση ή ανύψωση.
Δεύτερη απόλαυση : Η ξεκούραση μιας έσω διαδρομής που έφτασε στο τέλος της.Τρίτη απόλαυση : Η αφαίρεση όλων εκείνων των στοιχειωμένων εικόνων που διαχέουν συναισθήματα παρόλη την παλαιότητά τους.
Ανθοφίλη Τελωνιάτη

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

"Σαββατόβραδο" Μαρία Κυριάκη




Σαββατόβραδο

Όχι Θεέ μου. Πόσο χαζός μπορεί να γίνει ο Αυτιάς; Αφού του είπα πως δεν θέλω κορίτσια εδώ μέσα, τι μου την κουβάλησε;  Ο Αυτιάς τάχει παίξει τελείως μετά από εκείνο το φτύσιμο που έφαγε απ’ την Κίκω κι όποια  βρει τη μαζεύει. Αυτή πάλι που μούφερε σήμερα; Βαμμένη και φτιαγμένη αλλά δεν είναι τέτοια, ίσα-ίσα για χαμηλών τόνων την κόβω. Έχει κάτσει στη γωνιά της και καπνίζει για να μας το παίξει προχωρημένη.  Για την ηλικία της, δεν την κόβω πάνω από δεκαπέντε, είναι ανεπτυγμένη. Με κοιτάζει, φοράει κάτι γυαλιά με χρωματιστό σκελετό και με κοιτάζει μέσα απ’ αυτά κι αλληθωρίζει και  λίγο. Αδιαφορεί  πλήρως για τον Αυτιά. Και με το δίκιο της έτσι που είναι.  Χοντρός και πολύ ψηλός με πεταχτά αυτιά και γουρλωτά μάτια. Ένα χάλι. Αλλά δεν το βάζει κάτω τον παραδέχομαι. Όπου δει κοπέλα, εκεί.  Πάει στις μικρές πιο πολύ γιατί οι  μεγάλες του λυκείου τον έχουνε στο φτύσιμο. Δεν κάνω κέφι για πρόβα σήμερα. Όχι μ’ αυτή  να με κοιτάζει πίσω από τους καπνούς του τσιγάρου της περιμένοντας πότε θα της δώσω το οκ. Όλες τους τα ίδια κάνουν. Στην αρχή είναι καλές και ότι τους πεις. Μετά όμως αρχίζουν τα παράπονα και τα «πότε θα σε δω και πότε θα πάμε οι δυό μας στο κλαμπ» και τα «δεν μ’ αγαπάς ενώ εγώ»… Εσύ! Σιγά μη μ’ αγάπησες εσύ μέσα σε τρεις μέρες. Και άμα πας να τις φιλήσεις: «Όχι ακόμα, είναι νωρίς, μωρό μου». Να μ’ αγαπήσεις πρόλαβες όμως... Μου τη σπάνε όλες τους. Εκτός απ’ την Μπλου. Αυτή είναι άλλο πράμα σε καμιά τους δεν μοιάζει.
Την κάνουμε, λέω στον Αυτιά και φεύγουμε  με την μικρή να μας ακολουθεί λέγοντας  για τον τάδε και τη δείνα που είναι φίλοι της και θα μας μπάσουν σε κάποιο κλαμπ που ο ξάδελφος της δείνα, είναι στην πόρτα. Τους την κάνω κι εξαφανίζομαι για τα γήπεδα. Τα λέμε, φωνάζει πίσω μου η μικρή απελπισμένη που της ξεγλίστρησα κι έμεινε αμανάτι με τον χοντρό. Καλά να πάθει.
Μούρχεται φλας η Μπλού τώρα. Η Μπλού, δεν την λένε έτσι αλλά εγώ την έχω βγάλει έτσι μέσα μου, είναι μια σταλίτσα και μπορείς αν θέλεις να τη σηκώσεις και να στριφογυρίζεις γύρω-γύρω κι ας είσαι σαν και μένα που όλοι με λένε ψύλλο γιατί είμαι κοκαλιάρης σαν τον πατέρα μου. Είμαι ψηλός όμως κι έχω δυνατά χέρια απ’ τα ντραμς. Η Μπλού έχει κάτι χεράκια σαν κλωστές και τα πόδια της είναι κι αυτά αδύνατα. Φοράει κολλητά τζην και κάτι φαρδιά μπουφάν από πάνω κι έχει πολύ πλάκα γιατί είναι η πιο όμορφη απ’ όλες κι ας είναι έτσι χύμα. Δεν της μιλάω γιατί φοβάμαι μη μου την πει. Τα λέει έξω απ’ τα δόντια σ’ όλους ακόμα και στους καθηγητές . Καθόλου δεν την νοιάζει. Κάνει πως καπνίζει στην αυλή για να τους τη σπάει αλλά δεν της αρέσει και το ξέρω εγώ. Όταν κάτι δεν της αρέσει έχει ένα ύφος λίγο δυστυχισμένο, λίγο θυμωμένο. Ξέρω τι της αρέσει. Οι σοκολάτες της αρέσουν, η μουσική της αρέσει, η κουβέντα της αρέσει, γλώσσα μέσα της δεν βάζει, της αρέσει να την προσέχουν και όποτε την έχω τρακάρει στο ρακάδικο την έβλεπα να κατεβάζει τα ρακόμελα μονοκοπανιά που σημαίνει πως τα ρακόμελα της αρέσουν.
Τα μαλλιά της είναι ίσια σαν πρόκες και χρυσά.  Δεν πρόκειται ποτέ να γυρίσει να με κοιτάξει αυτό το ξέρω πολύ καλά. Εγώ δεν είμαι στην παρέα της. Κανονικά θα πήγαινα τώρα στη Δευτέρα Λυκείου αλλά είμαι ακόμα στην πρώτη κι εκεί θα μείνω. Δεν την καταλαβαίνω καλά τη γλώσσα. Όταν ήρθαμε στην Ελλάδα δεν την μίλαγα καθόλου κι ούτε ήθελα να την μάθω. Όλοι αλλάξανε τα ονόματά τους για να γίνουνε Έλληνες αλλά εγώ δεν θέλω να γίνω Έλληνας. Τι δουλειά έχω εγώ με τους Έλληνες;  Μάρεκ με λένε δεν με λένε Αλέξανδρο. Ούτε Λεωνίδα, ούτε Μενέλαο. Να γυρίσω πίσω, αυτό θέλω. Εδώ όλοι είναι διαφορετικοί, δεν τους πιάνω. Όλο καίγονται να γίνουν κάτι. Εγώ θα γίνω αυτό, εγώ εκείνο, εγώ μουσικός, εγώ εργολάβος, εγώ δικηγόρος, καλά... Εγώ δεν θέλω να γίνω τίποτα. Θέλω να γίνω ένας άστεγος αλήτης. Ήταν ένας ποιητής  που έλεγε πως ακόμα και στις μισογκρεμισμένες καλύβες μένουν άστεγοι αλήτες. Αυτοκτόνησε. Έτσι λένε. Όταν μεγαλώσω, αν μεγαλώσω που κι αυτό παίζει, θα γίνω ένας άστεγος αλήτης. Μ’ αρέσει να παίζω ντραμς. Αλλά δεν θέλω να γίνω μουσικός και να βγαίνω στην τηλεόραση να κάνω τον έξυπνο στον κοσμάκη. Κι η μπάλα μ’ αρέσει. Αλλά ούτε ποδοσφαιριστής θέλω να γίνω. Αν μπορούσα να κάνω κάτι θάθελα να γυρίσω πίσω στο Κατοβίτσε. Δεν είναι όμορφη πόλη αλλά εμένα μ’ αρέσει. Μ΄ αρέσει και το κάστρο που είναι σαν ψεύτικο.  Έχει πολλά εργοστάσια αλλά τώρα έχουν κλείσει τα περισσότερα.
Λέω  να πάω σπίτι τελικά. Δεν έχω όρεξη για βόλτες απόψε. Ο γέρος μου θα κάθεται μόνος στο σαλόνι μ’ ανοιχτή την τηλεόραση και θα ‘χει αρχίσει να πίνει. Η μάμα θα γυρίσει χαράματα, είναι νυχτερινή τα Σάββατα Δεν είναι κακός ο πατέρας μου όταν τα πίνει. Στην αρχή δεν λέει κουβέντα, αυτό είναι και το φυσικό του, μετά αρχίζει και μιλάει και σταματημό δεν έχει. Μπερδεύει τα λόγια του, ξεχνάει τις λέξεις και μιλάει δυνατά σα να θέλει να τον ακούσει κάποιος που είναι θεόκουφος. Δεν δέρνει, ούτε βρίζει όπως οι άλλοι. Όταν γίνεται τελείως ντάγκλα αρχίζει να τραγουδάει. Κι έχει μια χαρά φωνή, δεν χάνει νότα. Στην πατρίδα ήταν σε μια μπάντα και τραγουδούσανε τα βράδια στις ταβέρνες. Εδώ τώρα δουλεύει οικοδομή. Όταν βρίσκει. Αλλά δεν το ψάχνει και πολύ.  Αφού δουλεύει η μαμά, του φτάνει.  Αυτός μόνο αν του βάλει χέρι ο θείος σηκώνεται να πάει να βγάλει κάνα μεροκάματο. Κάποτε δούλευε σε μαγαζί αλλά τον σχόλασε το αφεντικό, τους σχόλασε όλους και πήρε γυναίκες,  που τραβάνε πιο πολύ τους πελάτες.
Τελικά με χαλάει η ιδέα να κλειστώ από τώρα στο σπίτι. Λέω να πεταχτώ ως την καφετέρια να δω λίγο κόσμο. Αν δεν μ’ αρέσει την κάνω αργότερα για το σπίτι.  Θάναι κι η Μπλου εκεί, πάντα βγαίνει τα Σάββατα. Εκεί μαζεύονται όλοι, Έλληνες και ξένοι. Κάτι εξυπνάκηδες λένε πως τώρα ξένοι και Έλληνες έχουν γίνει ένα αλλά είναι μακριά νυχτωμένοι. Ο ξένος είναι ξένος κι αυτό δεν αλλάζει ποτέ. Τα κορίτσια σταματάνε τα κακαρίσματα όταν περνάς από δίπλα τους και κρύβουν τα κινητά. Αν μπεις σε μαγαζί σε καρφώνουν με τη μία και δεν σ’ αφήνουν απ’ τα μάτια τους ώσπου να περάσεις από το ταμείο. Ο ξένος είναι μπίχλας, μίζερος, κλέφτης και λυσσάρας. Τέλος. Μερικοί δεν έχουν πρόβλημα αλλά έχω εγώ. Δεν γουστάρω να μου κάνουν την χάρη να με συμπαθούν. Με πάνε λέει κι ας είμαι Πολωνός. Να μου λείπει. Τους κάνω παρέα αναγκαστικά αλλά δεν έχω πολλά-πολλά μαζί τους. Αν χάσουνε τίποτα να δεις που αμέσως εμένα κοιτάνε. Ούτε που τους περνάει απ’ το μυαλό πως μπορεί να το πήρε κάνας δικός τους. Μα καλά πριν έρθουμε εμείς εδώ ποιος έκλεβε; Ή μήπως δεν υπήρχε το είδος;
Μπαίνω στη καφετέρια που είναι τίγκα στον κόσμο.  Όλα εδώ είναι μαζεμένα τα πουλάκια μου. Πάω στο βάθος για να μπορώ να βλέπω την Μπλου μέσα απ’ τον καθρέφτη χωρίς να με βλέπει αυτή.  Είναι με μια φίλη της, μια κατάξανθη κοπελιά  με απαλή φωνή και καστανά ήσυχα  μάτια. Ωραίο κορίτσι. Αλλά όχι σαν την Μπλου. Η δικιά μου είναι πώς να το πω… Να! δεν είναι πως είναι όμορφη αλλά όταν την βλέπω μούρχεται να σκεφτώ παράξενα πράγματα και θάθελα να γράψω ένα τραγούδι γι’ αυτήν. Είναι η μόνη που θέλω να της πω. Πολλά θέλω να της πω. Είναι όμως με κάτι αγόρια απ’ την τάξη της και φυσικά δεν πρόκειται να της πω τίποτα. Θα μπορούσα ας πούμε να σκεφτώ μια ιστορία πίνοντας την μπύρα μου αν όλοι αυτοί  εδώ μέσα δεν έκαναν τόσο θόρυβο για να αποδείξουν πως υπάρχουν.
Ξέρω γι’ αυτήν. Ξέρω πως ντρέπεται αλλά κάνει πως θυμώνει. Δεν το βάζει κάτω με τίποτα. Ξέρω πως είναι περίεργη και μπορεί να την πειράξει κάτι που για τους άλλους είναι οκ. Ξέρω πως φοβάται αλλά δεν το δείχνει για να μην της πάρουν τον αέρα. Αν της έλεγα πως αγαπάω εκείνο το ύφος που έχει όταν είναι έτοιμη να κάνει ζαβολιά αυτή μπορεί και να γελούσε. Ποτέ δεν ξέρεις… αλλά κόβω το λαιμό μου πως θα της άρεσε. Και δεν έχει κι ακριβό κινητό να φοβάται μην της το κλέψω.  Ώρες-ώρες είναι πολύ μελαγχολική και γι’ αυτό την λέω Μπλου. Γι’ αυτό και για τα μάτια της που είναι ίδια με τα δικά μου.
Ο Έντυ θα μου την σπάσει τελείως απόψε. Θέλει να πάμε στο κλαμπ να γνωρίσουμε κάτι μικρές που είχε δει απ’ τ’ απόγευμα και μ’ έχει πρήξει. Ξεκόλλα και ξεκόλλα. Α! παράτα μας ρε.  Πάνε μόνος σου. Ο Έντυ είναι μεγάλος, είναι κοντά είκοσι και το μυαλό του τόχει συνέχεια στις κοπέλες. Είναι κοντός αλλά αρέσει γενικά  γιατί έχει μαλλιά μακριά ξανθά και τα λούζει συνέχεια λες κι είναι κοπελιά. Μυρίζει ωραία δεν λέω αλλά δεν τον γουστάρω . Πηγαίνει με μεγαλοκυρίες για χαρτζηλίκι και μερικοί λένε πως νταραβερίζεται και με άντρες. Πάντα ματσωμένος είναι και φοράει πολύ πρώτα ρούχα. Κερνάει, είναι εντάξει σ’ αυτά, αλλά καπνίζει διάφορα περίεργα συνέχεια  και κάνω κεφάλι μόνο που τον έχω δίπλα μου. Εμετός μούρχεται. Τον ξεφορτώνομαι και κάθομαι στη μπάρα να κοιτάζω τη δικιά μου.
Όλο γελάει σήμερα, θα τάχει πιει. Τα δόντια της γυαλίζουν όταν γελάει.
Θα μπορούσα να την συναντήσω στην άκρη της γέφυρας σ’ εκείνο το ποτάμι που μας πήγαινε ο παππούς μου όταν ήμουν μικρός, πολύ μικρός πριν φύγουμε. Για ψάρεμα πηγαίναμε εκεί. Θα ήταν καλό μέρος γι’ αυτήν. Η γιαγιά έβαζε στο καλάθι αυγά και ψωμί και κρεμμύδια φρέσκα. Το ποτάμι μύριζε νερό και λάσπη. Έλλειπε ένα δοκάρι από την γέφυρα. Θα μπορούσα λοιπόν μια χαρά να την πιάσω από την μέση για να μην σκοντάψει και πέσει στο νερό. Θα μπορούσε να πέσει στο νερό από τη χαραμάδα, τόσο λεπτή είναι. Θα της έδειχνα τα σύννεφα και θα της μάθαινα όλα τα ονόματα των αστεριών. Τα ξέρω όλα στον δικό μου ουρανό εκεί. Εδώ δεν αναγνωρίζω τίποτα, όλα μου φαίνονται αλλιώτικα κι ας λέει ο γέρος μου πως είναι τα ίδια. Εγώ δεν ξεχνάω εύκολα, δεν ξεχνάω τίποτα. Είναι ένα πράγμα που πολύ μου τη σπάει να ξεχνάνε οι άνθρωποι. Γιατί ξεχνάνε και δεν ξεχνάνε μόνο τα ασήμαντα πράγματα ξεχνάνε και τα σπουδαία. Να! Τώρα ο ξάδελφος μου έχει ξεχάσει τελείως πως όταν πήγαμε στην Γκντύνια για μπάνιο είχε ένα θέατρο στην παραλία. Έχει ξεχάσει πως είχε τόσα κοχύλια που γεμίσαμε τις τσέπες μας. Ούτε που θυμάται πως έβρεξε και βγήκαμε από το νερό τρέχοντας. Εγώ άνθρωπο που ξεχνάει δεν μπορώ να τον κάνω κολλητό μου. Βλέπω τώρα όλους αυτούς που πριν από κάτι μήνες κλαίγανε για ένα παιδί αλλά ούτε που το θυμούνται πια. Το παιδί το είχε σκοτώσει ένας αστυνομικός στα Εξάρχεια και έγινε χαμός. Τρέχανε στους δρόμους, πετάγανε μολότωφ, γράφανε στους τοίχους, κάνανε καταλήψεις. Τώρα το παιδί θα έχει συνηθίσει  τον τάφο του αλλά κανείς δεν το θυμάται πια, κανείς δεν μιλάει γι΄ αυτό. Κι ενώ λέγανε πως θα εκδικηθούν τότε, κανείς δεν εκδικήθηκε τελικά. Το ξεχάσανε το παιδί και κάθονται τώρα και μιλάνε για το κάθε άσχετο και κανείς δεν θυμάται. Ούτε τέσσερις μήνες. Δε βαριέσαι. Εδώ τόσοι έχουνε πεθάνει και τους ξεχνάνε. Σαν να είναι κανένα κατόρθωμα να ξεχνάς. Όλοι ξεχνάνε. Κι οι δικοί μας. Κάποτε μας είχαν πει πως οι Ρώσοι έσφαξαν ένα σωρό στρατιώτες κι αξιωματικούς στο  Κατίν και μετά είπανε πως τους σφάξανε οι Γερμανοί. Εγώ αυτό δεν το ξέχασα κι ας μην πήγαινα σχολείο ακόμα τότε. Μα αυτά γίνανε πριν από αιώνες, λένε τα ξαδέλφια μου. Όμως από τη στιγμή που το ξέρεις πως γίνανε δεν μπορείς να τα ξεχάσεις. Τόσοι πεθαμένοι. Πως τους ξεχνάς εσύ δηλαδή; Ούτε τη γλώσσα μου θέλω να ξεχάσω. Την γλώσσα μου την ξέρω καλά κι ας μην την μιλάω παρά μόνο με τους γέρους μου. Όλοι οι άλλοι βαλθήκανε να γίνουν Έλληνες. Και άλλα θυμάμαι που δεν πρόκειται ποτέ να τα ξεχάσω. Στα μαθηματικά είμαι καλός εγώ γιατί δεν ξεχνάω τους τύπους. Αλλά δεν λέω ποτέ μάθημα. Τις βλέπω τις ασκήσεις στον πίνακα και είναι παιχνιδάκι να τις λύσω αλλά δεν σηκώνω χέρι. Αφού μ’ έχουν για στουρνάρι  να μην τους χαλάσω την εικόνα. Δεν θέλω να γίνω το σπασικλάκι της τάξης έτσι κι αλλιώς. Στα διαγωνίσματα ούτε καν που τις κοιτάω τις ασκήσεις. Όπως είναι, τα γυρίζω πίσω. Από μένα δεν θα πάρουν αυτό που θέλουν. Δεν θα γίνω εγώ ο καλός ξένος που όλοι τον θαυμάζουν γιατί τα κατάφερε και έγινε σπουδαίος εδώ πέρα. Να μου λείπει. Εγώ θέλω να γυρίσω πίσω στη χώρα μου. Αλλά κάθομαι και λύνω τις ασκήσεις στο σπίτι για να περάσει η ώρα μου όπως οι άλλοι λύνουν σταυρόλεξα. Και ποτέ δεν τις ξεχνάω. Μ ‘αρέσουν οι αριθμοί. Είναι τίμιοι. Δεν σε κοροϊδεύουν με λεξούλες και παραμύθια. Κάθονται ακίνητοι και σοβαροί ώσπου να βρεις τα μυστικά τους για να γίνουν δικοί σου. Τότε  κανείς δεν μπορεί να σου τους πάρει.
Τα κορίτσια σηκώνονται να φύγουν κι είναι νωρίς ακόμα. Λέω να τις ακολουθήσω. Το ξέρω πως είναι ανόητο τώρα αυτό αλλά το θέλω πολύ. Πήρε τ’ αυτί μου ότι θα πάνε σ’ ένα πάρτι. Θα καρφωθώ αν πάω κι εγώ από πίσω αλλά δεν βαριέσαι. Θα κάνω πως στρίβω απ’ αλλού και θα  τις βρω στη λεωφόρο.  Πληρώνω και φεύγω πρώτος για να μην πέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο στην πόρτα.  Η Μπλου, η κολλητή της κι ένας φίλος τους. Η Μπλου θα καθυστερήσει σίγουρα. Πάει πάντα στις τουαλέτες και κοιτάζεται μια ώρα, να δει αν είναι εντάξει για να βγει έξω. Μαζί με την κολλητή της. Τον άλλο που είναι μαζί τους τον ξέρω απ’ το σχολείο. Ήμασταν στην ίδια τάξη πέρσι και θα ήμασταν και φέτος αν εγώ δεν έμενα. Φέτος θα ήμασταν μαζί και με την Μπλου. Έχει και τις στραβές του αυτό το κόλλημα που τραβάω να μη στρώνομαι να μάθω πέντε πράγματα ή να δείξω πως τα ξέρω. Τώρα θα την είχα κάθε μέρα μέσα στην τάξη και θα μπορούσα το πρωί, πριν πάω ν’ αράξω στο θρανίο μου, να μυρίζω τα μαλλιά της καθώς θα περνούσα ή να βλέπω τα μάτια της όταν κάνει ζαβολιές για να γελάει η τάξη. Πως το ξέρω; Τις ακούω που τα λένε στο διάλλειμα. Μια μέρα μπήκα κρυφά στην τάξη της μετά το σχόλασμα και κάθισα για λίγο στο θρανίο της, ξέρω και ποιο είναι. Κάθισα για λίγο εκεί και είδα όλα όσα είχε γραμμένα απάνω, κάτι στίχους από τραγούδια το όνομά της, κάτι φράσεις στα Αγγλικά. Βρήκα κι ένα τσιμπιδάκι και το πήρα μαζί μου γιατί μπορεί να ήτανε δικό της αν κι αυτή δεν φοράει τσιμπιδάκια. Αλλά το καλύτερο ήταν που βρήκα μια τρίχα ξανθιά, σίγουρα δικιά της και την πήρα κι αυτήν. Είχε μαγκώσει στο θρανίο εκεί που ήταν σχισμένο το ξύλο. Ξέρω πως είμαι και πολύ βλάκας με την Μπλου αλλά την έχω φυλάξει στο κουτί μου αυτή την τρίχα και  το τσιμπιδάκι μαζί με κάτι φωτογραφίες του παππού και της γιαγιάς, ένα στρατιώτη από μολύβι και το αναγνωστικό της πρώτης Δημοτικού που είχα στο σχολείο στην Πολωνία. Όχι για να μην ξεχάσω τι χρώμα έχουν τα μαλλιά της γιατί εγώ ποτέ δεν ξεχνάω, αλλά έτσι να πούμε, επειδή θέλω.
Κι αν ποτέ έγραφα κάνα ποιήμα θα ήθελα ας πούμε να είναι δικό της. Αυτό. Όχι σπασμένες καρδιές και τέτοιες ανοησίες αλλά κάτι, δεν ξέρω κάτι ολότελα διαφορετικό. Κάτι τέτοια τα σκέφτομαι καμμιά φορά αλλά μου φαίνονται πολύ περίεργα και δεν έχω κάτσει να τα γράψω.
 Όπου υπάρχουν νεκροί θα ταξιδέψω μαζί σου χωρίς φόβο ως τη δύση γιατί εσένα οι νεκροί θα σ’ αγαπούν όπως  αγαπούν τις αναμνήσεις τους.
Κι εκεί που είναι οι ζωντανοί δεν θα φοβηθώ να περπατήσω μαζί σου γιατί οι ζωντανοί δεν σε ξέρουν αλλά σου ανοίγουν το δρόμο.
Κι όταν θα χιονίσει δεν θα σ’ αφήσω να μπεις μόνη μέσα στο δάσος για να μην σε τραβήξουν οι χαμένες ψυχές που το χειμώνα παγώνουν από μοναξιά.
Και στη θάλασσα δεν θα σ΄ αφήσω να γυρίσεις μόνη γιατί οι πνιγμένοι μπορεί να μετρήσουν για δικά τους τα μάτια σου και να σε πάρουν μακριά ως το σημείο που δεν έχει γυρισμό. 
Αλλά κι εσύ γίνε η πατρίδα για να θυμάμαι πάντα τον τρόπο να γυρίζω πίσω στη γη που είναι το κορμί σου.
Βλακείες. Ευτυχώς που δεν μπορεί κανείς να μπει μέσα στο μυαλό μου και να δει τι σκέφτομαι. Καθόλου δεν μ’ αρέσει αυτό το σπίτι που είναι το πάρτι. Τι σπίτι δηλαδή, ένα γιαπί είναι και στον πρώτο όροφο έχουν βάλει κάτι ενισχυτές, κάτι μεγάφωνα και παίζει μουσική. Τραβήξανε ρεύμα από το κουτί της ΔΕΗ και κάθονται μέσα στο σκοτάδι και χορεύουν. Είναι μεγάλοι και είναι μεθυσμένοι. Δεν θάπρεπε να μπουν εκεί αλλά μπαίνουν. Το αγόρι επιμένει να μπουν γιατί έχει λέει εκεί κάτι γνωστούς του αδελφού του και θέλει να του γνωρίσουν μια κοπέλα. Η Μπλου δεν θέλει να μπει. Το βλέπω πως δεν θέλει κι ας μην έχει φως εδώ. Και χωρίς φως ξέρω πότε κατεβάζει μούτρα. Καλύτερα να την κάνω για το σπίτι. Εκεί μέσα δεν μπορώ να μπω, δεν ξέρω κανέναν. Αλλά έλα που δεν θέλω κιόλας να φύγω και να την αφήσω  μόνη… Δεν βαριέσαι. Αυτή έχει τους δικούς της σιγά μη με χρειάζεται εμένα να της κρατάω το φανάρι. Θέλω να την κάνω αλλά δεν θέλω κιόλας. Τελικά αποφασίζω να μπω αφού έτσι κι αλλιώς κανείς δεν μπορεί να δει την τύφλα του εκεί μέσα κι όλοι μπαινοβγαίνουν στο άνετο. Αλλά όταν μπαίνω στο δωμάτιο δεν είναι εκεί. Έχει παντού κεριά και κάτι φώτα που στριφογυρνάνε. Όλοι είναι μεθυσμένοι. Είναι κάτι κορίτσια του σχολείου μας που φιλιούνται, όχι όμως κι η Μπλου. Βλέπω την κολλητή της να μιλάει μ’ έναν εικοσάρη και φαίνεται πολύ μεθυσμένη. Σκέφτομαι πως η Μπλου μπορεί να την έκανε και να μην την πήρα χαμπάρι. Μπορεί να έφυγε με το αγόρι ή… Ή να είναι κάπου εκεί μέσα με το αγόρι και να φιλιούνται .  Δεν μου πέφτει λογαριασμός αλλά τα παίρνω έτσι χωρίς λόγο κι ανεβαίνω τις σκάλες τρέχοντας να βγω στην ταράτσα να πάρω λίγο αέρα. Έχω λαχανιάσει  αν κι είμαι καλός στο τρέξιμο.
Τότε την ακούω. Την ακούω απ’ την ταράτσα και είμαι σίγουρος πως είναι αυτή. Δεν μ’ αρέσει καθόλου αυτό που ακούω και ορμάω προς τα κει αλλά δεν την βρίσκω με το φίλο της. Είναι ένας άλλος μαζί της, ένας μεγάλος. Είναι τελείως ντίρλα και τη σπρώχνει στον τοίχο και προσπαθεί  να την φιλήσει. Η Μπλου κλαίει τώρα, θέλει να του ξεφύγει αλλά δεν μπορεί. Είναι σαν κλαδάκι η Μπλου  κι αυτός έχει το διπλό της μπόι. Της τραβάει τη ζακέτα και τη σπρώχνει μεθυσμένος στον τοίχο. Η Μπλου φωνάζει, κλωτσάει αλλά κανείς δεν την ακούει. Μπορώ να κατέβω κάτω και να φωνάξω για βοήθεια αλλά δεν το κάνω. Παίρνω ένα καδρόνι και το σηκώνω, τον πλησιάζω αθόρυβα από πίσω, ούτε που με παίρνει χαμπάρι και του το κοπανάω στο κεφάλι. Εκείνος ζαλίζεται αλλά δεν πέφτει. Γυρνάει στο μέρος μου κι αρχίζει να με βρίζει. Ντερέκι είναι αλλά σκασίλα μου. Τον παρασέρνω ως την άκρη εκεί που αρχίζει το μπαλκόνι και προσπαθώ να τον ξαναχτυπήσω. Είναι πολύ μεθυσμένος για να με πετύχει και να μου αρπάξει το ξύλο. Τινάζω τα χέρια μου με δύναμη και το καδρόνι τον χτυπάει πίσω απ’ τα γόνατα. Τον μισώ τώρα γιατί είναι ξένος και μεθυσμένος και γιατί άγγιξε το κορίτσι. Ξέρω πως πρέπει να πάρω την Μπλου και να φύγουμε τρέχοντας καθώς αυτός παραπατάει βρίζοντας και προσπαθώντας να μου αρπάξει το ξύλο. Αλλά δεν ξέρω γιατί το κάνω αυτό, σηκώνω το ξύλο και ξαναχτυπάω. Ο άντρας χάνει την ισορροπία του. Γλιστράει απαλά σαν χορευτής, κάνει μια στροφή σύριζα στην άκρη απ’ το μπαλκόνι που δεν έχει κάγκελα και πέφτει κάτω από τον πέμπτο. Κοιτάζω την Μπλου που με κοιτάζει στα μάτια για πρώτη φορά και για πρώτη φορά δεν κατεβάζω τα μάτια. Το κραγιόν της είναι μουτζουρωμένο, μάσκαρα κυλάει στα μάγουλά της ανακατωμένη με δάκρυα. Είναι όμορφη όπως μόνο η Μπλου μπορεί να είναι όμορφη. Από κάτω ακούγονται κραυγές, φωνές, κάποιος σταματάει τη μουσική, κάποιοι τρέχουν στις σκάλες. Αλλά είναι μακριά, πολύ μακριά ακόμα κι αν δεν ήμουνα ξένος κι αν η Μπλού το ήθελε, ώσπου ν’ ανέβουν όλους αυτούς τους ορόφους και να μας φτάσουν, εγώ θα προλάβαινα να της μάθω όλα τα αστέρια στον ουρανό. Με τα ονόματά τους. Μπορούσα. Για πρώτη φορά μου φαίνονταν ίδια, ολόιδια όπως και στον ουρανό της πατρίδας μου. 
Τον σκότωσες! Ψιθυρίζει η Μπλου λίγο πριν φτάσουν οι μεθυσμένοι στην ταράτσα.
Μόνο εγώ μπορώ να δω μέσα στο σκοτάδι το  πονηρό χαμόγελό της και τα δόντια της που αστράφτουν χαρούμενα.


Μαρία Κυριάκη
 
 

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

"ΤΣΙΜΕΝΤΕΝΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ" Φωτεινή Μαρκάκη

 
ΤΣΙΜΕΝΤΕΝΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ


Μη ξεχάσεις, είπε, ν' ανθίσεις την άνοιξη.
Να κάψεις με τη φλόγα της την πόλη των παρακμιακών νέων.
Ιδού ο εχθρός, συνέχισε.
Παραμονεύει μέσα σου.
Ξεχύνεται σε βιβλία ιστορίας,
στο προσχεδιασμένο άγγιγμα ενός φίλου,
στην πλαστογραφία των συμπεριφορών,
στα γρανάζια της λογικής παράνοιας του κόσμου.
Όχι. Εσύ δεν είσαι από σίδερο φτιαγμένος.
Λυγίζεις στο βουβό κλάμα του πλήθους.
Πεθαίνεις κάθε βράδυ κάτω απ' το βάρος της τσιμεντένιας πολιτείας.
Ανασταίνεσαι με τη μυρωδιά πεθαμένων ποιητών.
Και όλα αυτά για τα οποία θα άξιζε να ζεις και να πεθάνεις(;). . .
χαμένες παλιομοδίτικες συμβουλές του παππού
μοστραρισμένες σε χολιγουντιανές ταινίες.
Η τέχνη δεν αντιγράφει ποτέ τη βαρετή ζωή.
Η ζωή δεν αντιγράφει ποτέ τη βαρετή τέχνη.
Βαρέθηκες να παρατηρείς.
Ό,τι σκοτώνει γίνεται σκοπός ζωής.
Ό,τι αξίζει να ζει αργοπεθαίνει.
Η ζωή αργοπεθαίνει αφού μας ξεκάνει όλους.
Μη ξεχάσεις, είπε, να σκοτώσεις την άνοιξη, τους παραμυθάδες,
τους ασβεστωμένους κήπους της παιδικής σου ηλικίας,
τους ξεκοιλιαστές ονείρων όλων των βαθμίδων και εμένα.
Προ πάντων εμένα.
Μη ξεχάσεις να με σκοτώσεις
πριν το κάνει η ζωή για σένα.


                                                     Φωτεινή Μαρκάκη

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

"Η Στιγμή Στην Αιωνιότητα" Άννα Σωτρίνη



 Η Στιγμή Στην Αιωνιότητα


Μυριόκαλε
Πάλι ένα σώμα
τρυπάει τις
καληνύχτες  μας.
Άδοξα
αλλά με δόξα.
Που πλέεις;
Που νικηφόρος
ψευδορκείς;
Η σκόνη
δεν έσβησε ποτέ
δακτυλικό αποτύπωμα.
Σώπα.
Μην τάζεις
τη στιγμή
στην αιωνιότητα
Δεν θα δεχθεί.
Κερί μέχρι το μπόι σου,
μην τάζεις.
Σε άγνωστο λιμάνι θα
βρεθείς,
μόνος με μια
βαλίτσα άδεια.
Κι όλοι θα πουν:
Τι αθώος ξένος!
Τι να την κάνει
την αθωότητα;
Που να την ταξιδέψει;
Χαμένη η πυξίδα
σε  βυθό απατηλής
ευδαιμονίας.
                    
                               Άννα Σωτρίνη




Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

"Αντι-" Γιάννης Καρτέρης


Αντι... 
(προσθέστε στον τίτλο ό,τι θέλετε από τα παρακάτω: φάση -δράση -στάση)



Τώρα τελευταία βραδιάζει νωρίς
Βολεμένος  στην ξεφτυσμένη πολυθρόνα
Βλέποντας αδιάφορα ειδήσεις
Διαβάζω μέσα μου:
Εξαθλιώνομαι
Εξαθλιώνεσαι
Εξαθλιώνουν-ως πότε θα τους αφήνουμε να το κάνουν;
Χτυπώ-τι χτυπώ;
Χτυπάς-την πόρτα του μυαλού μου-δεν ακούω
Χτυπάνε-μας χτυπάνε το νιώθεις ;
Βιάζω
Βιάζεις
Βιάζουν-μάνα μας βιάζουν καθημερινά
Θέλουν τον ιδρώτα μας ,τη γη μας
Ακόμα και τα δύο μέτρα του τέλους μας
Θέλεις; - τι θέλεις; - δεν ξέρεις
Θέλω; - ναι θέλω
Μπορώ;
Μπορείς;
Μας έπεισαν πως όχι
Πως μπόρεσαν;
Κλίνω τα ρήματα
Μου κλείνουν τα μάτια
Αποκοιμιέμαι..
Όχι-όχι-όχι
Σηκώνομαι
Σήκω
Σηκωθείτε-ξεσηκωθείτε
Είμαι
Είσαι
Είμαστε-φωτιά στα χέρια του Προμηθέα
Καίω
Καις
Καίμε-να τους κάψουμε
Και ας καούμε
Η ζωή και ο θάνατος είναι ένα
Αθανασία δεν υπάρχει
Θέλεις; - τώρα ξέρεις
Ναι , θέλεις
Και εγώ θέλω- να βάλω το άπειρο μπροστά τους
Κάνω κομμάτια την πολυθρόνα
Δεν μου χρειάζεται
Σε χρειάζομαι
Και εσύ με χρειάζεσαι
Σφίξε το χέρι μου
Γροθιά στο κατεστημένο
Μ΄ αγαπάς;
Σ΄αγαπώ
Αγάπα τον πλησίον σου
Ανάσταση νεκρών
Επανάσταση αδικημένων.


 Γιάννης Καρτέρης 


Άτιτλο- Βάσια Αργέντη


 

Άτιτλο


Λέξεις σπέρματα
απεμπολούνται
απ'τα στόματα
σιχαμένων αρχομανών.

Ηδονίζονται
από τον ήχο τους.

Μεγαλύτερη ηδονή,
οι πράξεις
που θα υπογράψουν
τον ιστορικό πολιτικό
θάνατό τους.

Βάσια Αργέντη

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Ποιητικός διάλογος με τον Ιωσήφ Βαρδάκη


"Να μαζέψεις ό,τι είναι, να το πεις - πείτε!"



Ο σκηνοθέτης Ιωσήφ Βαρδάκης, ιδιοφυής και λάτρης των λέξεων, με πολυετείς σπουδές στον κινηματογράφο, την τηλεόραση, την αμερικάνικη και τη βρετανική λογοτεχνία στη Νέα Υόρκη, αλλά και με περίσσια εμπειρία πια ως εργάτης της τέχνης κινείται στις αθηναϊκές θεατρικές αίθουσες επιλέγοντας και σκηνοθετώντας τολμηρά κείμενα με την ευαισθησία, το θάρρος και την αθωότητα ενός πρωτόπειρου ποιητή του δρόμου. Η ομάδα G.A.P. τον προσκαλεί σε έναν ποιητικό διάλογο...


G.A.P.- Τέλος καλό
Ιωσήφ Βαρδάκης- Με το καλό.

G.A.P.- Τρίτο κουδούνι
Ιωσήφ Βαρδάκης- Βαθειά ανάσα.

G.A.P.- Δεύτερη ζωή
Ιωσήφ Βαρδάκης- Μια απόφαση είναι.

G.A.P.- Εμείς κι ο κόσμος
Ιωσήφ Βαρδάκης- Εμείς την καθορίζουμε τη σχέση.

G.A.P.- Δικαστής
Ιωσήφ Βαρδάκης- Θα καταλάβει;

G.A.P.- Ξεροκόμματα
Ιωσήφ Βαρδάκης- Θέλουν σαλτσούλα.

G.A.P.- Ποιός είναι ο διπλανός;
Ιωσήφ Βαρδάκης- Τι σημασία έχει;

G.A.P.- Μοναδικός, μόνος με προσωπικότητα
Ιωσήφ Βαρδάκης- Δεν υπάρχει αυτό. Υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες της λέξης «προσωπικότητα».

G.A.P.- Σύντροφος
Ιωσήφ Βαρδάκης- Ζεστή μυρωδιά.

G.A.P.- Έχω ένα ψυγείο και μια φαρέτρα
Ιωσήφ Βαρδάκης- Τα καυτά βέλη είναι καλύτερα απ’ τα κρύα.

G.A.P.- Ανάσταση ή επανάσταση;
Ιωσήφ Βαρδάκης- Επανάσταση ίσον ανάσταση. (Και το αντίθετο.)

G.A.P.- Κορυφαίος
Ιωσήφ Βαρδάκης- Πολύπλοκος.

G.A.P.- Αξία
Ιωσήφ Βαρδάκης- Διεκδίκηση.

G.A.P.- Μανία για ευτυχία;
Ιωσήφ Βαρδάκης- Ένστικτο.

G.A.P.- Παράλληλο σύμπαν
Ιωσήφ Βαρδάκης- Ίσως καλύτερα;

G.A.P.- Εδώ και τώρα
Ιωσήφ Βαρδάκης- Σημείο που σχηματίζονται όλα. Παρελθόν, μέλλον.

G.A.P.- Αδιαμαρτύρητη γλώσσα
Ιωσήφ Βαρδάκης- Συνένοχη γλώσσα.

G.A.P.- Αλήθεια λες;
Ιωσήφ Βαρδάκης- Αν δε χρειάζεται ψέμα.

G.A.P.- Μπροστάρης
Ιωσήφ Βαρδάκης- Έλα, τράβα να πάρουμε μπρος!

G.A.P.- Πεθαίνω στην ιδέα
Ιωσήφ Βαρδάκης- Να τα αλλάξω όλα!

G.A.P.- Μυστικό
Ιωσήφ Βαρδάκης- Κάτι που προσπαθώ να κρατήσω, αλλά ξέρω πως δε θα τα καταφέρω.

G.A.P.- Κατάδική μου φύση
Ιωσήφ Βαρδάκης- Υποβρύχια.

G.A.P.- Όνομα επίθετο, δουλειά και χρώμα ρούχων. Τίποτα άλλο;
Ιωσήφ Βαρδάκης- Γούστο (αισθητική) και σύστημα ηθικής.

G.A.P.- Ομφάλιος λώρος
Ιωσήφ Βαρδάκης- Πολύ ελαστικός είναι και τρομάζω.

G.A.P.- Θα' ρθει μια μέρα...
Ιωσήφ Βαρδάκης- Απλά πρέπει να το βάλεις στόχο.

G.A.P.- Gathered
Ιωσήφ Βαρδάκης- Συλλογή, περισυλλογή, μαζεμένα λουλούδια μπουκέτο, πετραδάκια της παραλίας, αρώματα, γεύσεις, ζεστασιά

G.A.P.- Avant-garde
Ιωσήφ Βαρδάκης- Μπροστά, μόνο μπροστά, μόνοι μπροστά.

G.A.P.- Poets
Ιωσήφ Βαρδάκης- Να μαζέψεις ό,τι είναι, να το πεις - πείτε!


Μουσική από την παράσταση "I Am My Own Wife" 
σε μετάφραση και σκηνοθεσία του Ιωσήφ Βαρδάκη



Συνέντευξη: Πελαγία Μπότση

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

"Καθήκον" Χαράλαμπος Κοκκινίδης

 
Καθήκον


Όλοι μου έλεγαν πως
τα λουλούδια έβαλαν τα καλά τους!
Όμορφες και πολύχρωμες φορεσιές!

Εγώ είμαι ένα σκιάχτρο όμως.
Σκυθρωπό και
άχρωμο...

Πρέπει, πάση θυσία,
να προστατέψω
αυτή την απίστευτη ομορφιά...
Χαράλαμπος Κοκκινίδης




"Για έναν κόσμο διαφορετικό" Αγγελική Καρδαρά

 Για έναν κόσμο διαφορετικό

Έχω ανάγκη να πιστέψω ξανά
σε υψηλές αξίες και ιδανικά
είναι η ζωή μου τώρα μισή
γιατί ο κόσμος μας έχει αλλοιωθεί.

Βαρέθηκα το χρήμα να κυβερνά
η μετριότητα την πρόοδο να πολεμά
θέλω να χτίσω έναν κόσμο καλό
μ'αγάπη, χαμόγελο, συντροφικό.

Κι ας μοιάζει όλο αυτό ουτοπικό
θέλω να αλλάξω αυτή την εποχή, να φτιάξω πύργους θέλω με χρυσή κλωστή
να ζήσουν τα παιδιά μέσα εκεί, το μέλλον της χώρας μου, η νέα γενιά
να δώσει αυτή, στον κόσμο χαρά.

Με μιά ματιά αθώα, παιδική τον κόσμο να δω
να τρέξω, να παίξω στην εξοχή, σαν παιδί μικρό
έξω ο ήλιος να λάμπει λαμπρός
το βράδυ το φεγγάρι, να χαμογελά.

Το ξέρω...μοιάζει τρελό
μα τ' όνειρο αξίζει κι ας είναι μακρινό!

Πιστεύω ακόμα ότι η ζωή
κάπου μέσα στην ψυχή είναι αληθινή.
Αγγελική Καρδαρά

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

"Ονείρου Αμάβασις" Ευριπίδης Δρατσέλος




  "Ονείρου Αμάβασις"                                                  
                                                                          
«Καθισμένος αναπαυτικά,με τους αγκώνες ν'ακουμπούν στο ολόδροσο γρασίδι/περιτριγυρισμένος από τη μαλακή πρασινάδα,ατενίζω τους Ανοιξιάτικους κόπους,όπου κάθε λουλούδι και στασίδι/για το βουβό σκαρφάλωμαστους μίσχους,των εντόμων,το πέταγμα των μελισσών στις μαργαρίτες,τις καθαρές ουράνιες επιφάνιες/ακούω τις χαρούμενες τριλιές,κι αγκίζω τον άργιλο που αναδύει μυρωδιές μεθυστικές,γαργαλιστικές και σπάνιες/είμαι μέρος του τοπίου,γαλήνιος μέσα σε μια πανδαιμονιακή εαρινή συμφωνία των αισθήσεων/ζωντανός,ναι,με μια ήρεμη συνειδητότητα φωλιασμένη στις άκρες όλων των αισθητηριακών απολήξεων`/μένω να σε προσμένω με μόνη έγνοια το γκελάρισμα των χαλικιών σε κάποιο φανταστικό ρυάκι/χαλίκια λευκά και νοτισμένα,στρογγυλά ή γωνιασμένα,υγρά κι αυτά,απ'το πρωινό αεράκι/και θυμάμαι όλα εκείνα που αυθαίρετα μου καταλόγισες,ειπωμένα κι ανείπωτα μαζί/ενόσω πάντα κρατώ σε πιάσιμο ανύδρωτο,στεγνό,σφιγμένο σε κορδέλα απαλό γαλαζί/ αυτό που από εχτές το σούρουπο βιαζόμουνα για να σου δώσω/που κορφολόγησα από μέρη κρυφά,ανήλια και τη μέρα,και τόσο που κινδύνεψα κι εγώ δεν ξέρω πόσο/μα ήταν από τότε ήδη αργά,ν'ανταλλάξω τη σιωπή μου,με την αυγερινή εγκαρτέρηση και την απόφασή μου/έτσι που αέναα νογώ,με κάθε σιγουριά θαρρώ,πως πράσινη ηλιαχτίδα δε θα δω, μήτε θα νιώσω στο πετσί μου. Νυχτώνει.»

(Απόσπασμα)
 
Ευριπίδης Δρατσέλος

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

"ΛΗΘΗ" Αγγελική Βασιλοπούλου

 
 
 
 
 
 
ΛΗΘΗ
 

Ο πόνος μου αβάσταχτος σαν ψέλλιζες ''φοβάμαι''
και πως να σ'αρνηθώ, παρήγορο λιμάνι της γιορτινής σου μέρας.
Στα μαλλιά σου τώρα ανόητε, φυτρώνουν φύκια,
φίδια αγκαλιάζουν το ζεστό σου κορμί.

Ο μόνος τρόπος να σκοτώσεις μιαν ανάμνηση είναι το νερό.

Τρένα περνούν βουβά και πνίγουν τις θύμησες,
ήρθες απ'το πουθενά και στο τίποτα επιστρέφεις.
Πάνω σε ράγες η προσμονή γδάρθηκε, η βουή...
Θεέ μου, αυτή η βουή μες στο κεφάλι δε σιωπά!
Η βουή των γραμμών που ξυπνά τους πόνους ενός έγγυου έρωτα
που δεν γεννήθηκε ποτέ!

Κατάρα σ'ό,τι αγαπάς,
σύμμαχοί μου οι Μοίρες και τ'αγάλματα.
Απόκτημα μιας φαντασμένης λήθης,
τα μαγικά σου ακροδάχτυλα που έκοψα με έρωτα,
κι είναι η μέθη σου εκστατική
'πεφωτισμένη' παραλυσία,
κι εγώ μεθώ μαζί της σαν Μήδεια που σκότωσε το αγαπημένο της παιδί.
 
 
Αγγελική Βασιλοπούλου